Του Ιερέως Παναγιώτου Σ. Χαλκιά
Σε πρόσφατη συζήτηση που είχα, φίλοι αναγνώστες, με ανθρώπους των γραμμάτων, (θεολόγους, φιλόλογους, μαθηματικούς κλπ), περί της σκοπιμότητας αποκάλυψης ή απόκρυψης της αλήθειας από τον ασθενή, τίθεται πράγματι ένα σοβαρό πρόβλημα, το οποίο αφορά όχι μόνο τον γιατρό, αλλά και τον ίδιο τον ασθενή. Ακόμη, δε και τους ανιόντας και κατιόντας συγγενείς του.
Βέβαια, κατά την ιατρικήν ηθικήν και δεοντολογίαν, η αποστολή του γιατρού είναι η συνεχής παροχή στον άρρωστο θεραπείας και ανακούφισης, παρηγοριάς και θάρρους, προσφορές τις οποίες πρέπει να δέχεται ο άρρωστος με πλήρη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του γιατρού και αισιοδοξία για τη γιατρειά του.
Είναι πλέον γνωστό και από όλους παραδεκτό πόσο αποφασιστικό ρόλο παίζει ο ψυχικός παράγοντας στην πορεία της ασθένειας, εφόσον μάλιστα υπάρχει και ο κλάδος της ψυχοσωματικής ιατρικής ή της ιατρικής της προσωπικότητας, κατά την οποία ο άρρωστος αντιμετωπίζεται ως ενιαία ψυχοσωματική οντότητα. Γι’ αυτό ακριβώς και το πρώτο καθήκον του γιατρού είναι η εξασφάλιση στον άρρωστο υψηλού φρονήματος, η δημιουργία ισχυρού και υψηλού βαθμού αισθήματος αισιοδοξίας και εμπιστοσύνης, ώστε όχι μόνο να είναι ένας καλός και πρόθυμος δέκτης της προσφερόμενης θεραπείας, αλλά και άριστος σύμμαχος και συνεργάτης του γιατρού στο δύσκολο αγώνα του κατά τις αρρώστιας.
Η γνωστοποίηση της ανιάτου και αθεράπευτης αρρώστιας στον άρρωστο και η ανακοίνωση του τέλους της ζωής θα επιδρούσε πολύ δυσμενώς επί της ψυχοσωματικής κατάστασης του αρρώστου, γιατί θα επέφερε ψυχικό κλονισμό και γρηγορότερα το τέλος. Θα εματαίωνε κάθε επιπλέον προσπάθεια διάσωσης (γιατί η επιστήμη δεν είναι αλάνθαστη), πιθανόν να εξελισσόταν η περίπτωση σε μερική αθανασία και η ηθική αυτουργία του γιατρού. Προσέτι δε θα δημιουργούντο και διάφορα δυσάρεστα προβλήματα στο περιβάλλον του αρρώστου, (κληρονομικά, περιουσιακά κτλ), τα οποία όλα θα επιδρούσαν επίσης δυσμενώς επί της εξελίξεως και εκβάσεως της αρρώστιας. Τι έχει άραγε να πει επ’ αυτών η Εκκλησία; Από χριστιανικής πλευράς, αντιμετωπίζοντας το θέμα, θα μπορούσαμε να πούμε γενικά και εν είδει σχεδίου ότι η αποκάλυψη του οριστικά επικειμένου μοιραίου στον άρρωστο όχι μόνο δεν αποκλείεται, αλλά και επιβάλλεται. Τούτο όμως, λόγω της σοβαρότητός του, εξαρτάται εκ της προσωπικότητας του αρρώστου, εκ της κοσμοθεωριακής και θρησκευτικής του υποδομής, εκ της ικανότητος και αντοχής αυτού να δεχθεί και να σηκώσει το «βάρος» της αλήθειας. Επειδή κάθε άρρωστος αποτελεί ιδιαίτερη και μοναδική προσωπικότητα, απαιτείται υπεύθυνος χειρισμός κατά κάθε περίπτωση εκ μέρους εμπίστων και αρμοδίων προσώπων, (γιατρών, ιερέων, αδελφών κτλ), με στενή και ειλικρινή συνεργασία ώστε να χρησιμοποιηθεί άρτια ψυχολογική και παιδαγωγική μέθοδος. Ο χριστιανισμός βλέπει και τον πόνο και την αρρώστια και το θάνατο και την διαδικασία αυτού ως παιδαγωγία, εξάσκηση και προετοιμασία για την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό και έχει χρησιμοποιήσει τα Ιερά Μυστήρια και συγκεκριμένα τη Θεία Μετάληψη, η οποία δεν πρέπει να αποτελεί προμήνυμα θανάτου, αλλά πλήρωμα ζωής πλησίον του εκ νεκρών αναστάντος Ιησού Χριστού.
Βέβαια, μέσα στην «ασθενική» εποχή μας, η οποία βαριά πάσχει από την αρρώστια του υλισμού και του αθεϊσμού, είναι δύσκολη παραδοχή και εφαρμογή της ανωτέρω θέσης, η οποία αποτελεί το άπαν της χριστιανικής θρησκείας. Αλλά πώς η ιατρική αγωνίζεται μέχρι εσχάτων κατά της σωματικής αρρώστιας, έτσι και η Εκκλησία οφείλει να αγωνίζεται για την εξασφάλιση της αιωνίου ζωής. Ο Πασκάλ λέγει ότι ο άνθρωπος αποτελεί κράμα «μεγαλείου και αθλιότητος. Μέσα στο ασθενικό και ετοιμόρροπο σαρκίον κατοικεί μια μεγαλειώδης και αθάνατη ψυχή, της οποίας η προσωπική και συνειδητή ζωή συνεχίζεται και μετά την έξοδό της εκ του φθαρτού σώματος».





