Του Θανάση Μελετίδη
Ανέκαθεν τα κομμωτήρια ήταν και χώροι σημαντικών συζητήσεων και αποφάσεων. Σε αυτά γίνονται συμπόσια ή τέλος πάντων πράγματα που θυμίζουν κάτι από τη φιλοσοφία των αρχαίων συμποσίων: περνάμε καλά και εξασκούμε και τη διαλογική συζήτηση. «Και κουλούρι και τυρί»! που λένε…
Πολύ πιθανά αυτό να οφείλεται στους ήχους των σεσουάρ που αναγκάζει όλους και όλες να μιλάνε δυνατότερα για να ακουστούν. Έτσι, θες δε θες, ό,τι λέγεται εκεί μέσα αποτελεί μέρος της κοινής κουβέντας.
-Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω πια, κυρά – Κούλα μου. Εκατό φορές τους είπαμε να κάνουν ησυχία, αλλά εκείνοι πάντα κάποια δικαιολογία έχουν. Μια φταίει που η γιαγιά είναι κουφή και πρέπει η τηλεόραση να έχει μεγάλη ένταση. Την άλλη φταίει το παιδί που χοροπηδάει όλη μέρα. «Εεεεε! παιδί είναι! τι να κάνουμε τώρα;». Τις προάλλες είπαν πως ο θόρυβος ήταν από άλλο διαμέρισμα. Θα με βγάλουν και τρελή! Ας τα! Τι να κάνω;
- Αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, πάνε μαζί τους, κυρά – Σούλα μου. Βρες τρόπο να περνάτε καλά μαζί, γιατί διαφορετικά θα πρέπει να μετακομίσεις. Δε νομίζω να θες κάτι τέτοιο; κατέληξε σβήνοντας το σεσουάρ.
- Αααα! πα! πα! Πού λεφτά για μετακομίσεις…
- Πολύ σοφά, μιλάς κυρά – Κούλα! Δεν είδες τι έκανε εκείνο το απολειφάδι της πολιτικής, ο Ανδρέας; Μόλις κατάλαβε πως δεν μπορούσε να νικήσει πήγε με τον χειρότερο πολιτικά εχθρό του, είπε η κυρά – Φούλα περιμένοντας να στεγνώσει από τη βαφή το μαλλί της. Να δεις που θα γίνει υπουργός στις επόμενες εκλογές!
- Σίγουρα! Δεν είδατε τι καρέκλες πήρανε οι τρεις άσπονδοι εχθροί του; Όλοι τους υπουργοί έγιναν! Και εξαφάνισαν και τον πρόεδρό τους! είπε εκνευρισμένη η κυρά – Τούλα.
- Αααμ! Ο άλλος; Το παιδί με τα παντελονάκια; Μας κορόιδεψε καλά καλά και τώρα ετοιμάζει και νέο κόμμα. Να δεις που θα πάρει το τρία τις εκατό, θα μπει στη Βουλή και θα πάρει κι αυτός υπουργείο, είπε και η κυρά – Ρούλα.
Κατσουφιασμένος τις άκουγα από μια γωνιά, κρυμμένος πίσω από μια ευτραφή κυρία, περιμένοντας να κουρευτώ. Ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα εκεί μέσα. Μάλλον θα βαριόμουν να πάω στο κέντρο της πόλης – το κομμωτήριο αυτό ήταν δίπλα στο σπίτι μου. Ήταν κι αυτή η παράξενη η περιέργειά μου…
Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι, καθώς ήδη περίμενα πάνω από μισή ώρα. Και, όπως συνηθίζω, ήθελα να τις σπάσω λίγο τα νεύρα θεωρώντας πως το πολύ «μπλα» «μπλα» ήταν η αιτία που καθυστερούσε η εξυπηρέτησή μου και μάλιστα κάτω από «δύσκολες» συνθήκες…
«Μέγα λάθος, κυρίες. Εγώ είμαι παοκτσής και όταν δε νικάμε κάποια ομάδα ούτε που σκεφτόμαστε να γίνουμε θυγατρική της εταιρεία. Πάνω απ’ όλα η περηφάνια και η ιστορία μας… Αντίθετα! Πεισμώνουμε! Πεισμώνουμε πολύ και την επόμενη φορά τούς «κατατροπώνουμε», είπα και ηρέμησα όντας σίγουρος πως είχα καταφέρει να τις αναστατώσω. Και πράγματι (ξαφνικά σταμάτησε κάθε μηχανική ηχορύπανση και άρχισε εκείνη των φωνητικών χορδών… ) :
- Καλέ, τι σχέση έχει ο ΠΑΟΚ; είπε η κυρά – Κούλα.
-Δεν είπαμε να πουλήσεις τις αρχές σου. Είπαμε να «ρίξεις λίγο νερό στο κρασί σου», για να μη γίνει μπάχαλο η κατάσταση, είπε η κυρά – Τούλα.
-Δηλαδή έπρεπε να μαλώσω με τους γείτονες; είπε και η κυρά – Σούλα, που μάλλον… δεν ήθελε να μετακομίσει…
-Αααα! πα! πα! Δεν κατάλαβε τι λέγαμε, είπαν και οι άλλες συμφωνώντας μεταξύ τους και κοιτώντας με σαν να ήμουν ο τρελός της γειτονιάς.
«Ωραία! Τις εκνεύρισα! Τώρα θα πάρουν και τη χαριστική βολή», σκέφτηκα:
-Κυρίες, εσείς δεν αφήσατε να νοηθεί πως είναι ανθρωπάκια όσοι πουλάνε τις ιδέες και την ιστορία τους; Όμως ο ΠΑΟΚ δε ανήκει στο είδος αυτό. Είναι πολιτισμός, είναι ιδέα αγνή, είναι μια αθώα ιστορία βγαλμένη από έναν κόσμο που θα θέλαμε να υπάρχει. Έναν κόσμο χωρίς παρασκήνια. Έναν κόσμο φωτεινό που παιδάκια κλωτσάνε το τόπι μες στην τρελή χαρά… και δε συμβιβαζόμαστε ούτε καταπίνουμε τις ήττες, όχι από εγωισμό, αλλά γιατί θέλουμε να αποδείξουμε πως πρέπει διαρκώς να γινόμαστε καλύτεροι! Και… νερό στο κρασί μας δε ρίχνουμε ποτέ!
-Βρεεε! Ποιος μίλησε για τον ΠΑΟΚ, είπε η κυρά - … .
-Για τη ζωή μιλάμε, είπε η κυρά - …
-Λες τρελά πράγματα, είπε η κυρά - …
-Δε μου λες; Μπας και θέλεις να μας εκνευρίσεις; γύρισε και με ρώτησε η ευτραφής κυρία.
-Έλα να σε κουρέψω, είπε βαριεστημένα και η κυρά – Κούλα, μάλλον για να με ξεφορτωθεί και να ηρεμήσει και το μαγαζί της…
Σε μισή ώρα, περίπου, είχα τελειώσει. Η κυρά – Κούλα, μετά το κούρεμα, μού έλουσε το κεφάλι, και μάλιστα δωρεάν! Χαιρέτισα χαρούμενα και έφυγα. Πήγα σπίτι, και όπως συνηθίζω όταν θέλω να ηρεμήσω μετά από μια «αποστολή», αποκοιμήθηκα ακούγοντας τον τεράστιο Ennio Morricone!
Την επόμενη μέρα, και για να την ευχαριστήσω για το δωρεάν λούσιμο – αν ήξερε πόσες ευχές τής έδωσα που με απάλλαξε από το «μπάνιο» – τής δώρισα μια πανάκριβη σημαία του ΠΑΟΚ – την είχα αγοράσει από την αντίστοιχη μπουτίκ της Τούμπας.
«Θα την κρεμάσω στο μαγαζί», μού είχε πει συγκινημένη για την πράξη μου.
Πέρασαν δυο μήνες από τότε, όταν και τη συνάντησα τυχαία στον δρόμο:
- Θανάση, γιατί χάθηκες; με ρώτησε χαμογελώντας.
- Καλημέρα, Κούλα. Νόμιζα πως είμαι ανεπιθύμητος…
-Καλέ, τι λες; Ίσα ίσα! Τη σημαία την έβαλα στον τοίχο. Όσες δεν ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο έγιναν φανατικές οπαδοί του ΠΑΟΚ! Και όλες λένε τα καλύτερα για σένα…
Κάπως έτσι έγινα πελάτης της κυρά – Κούλας!
«Πάντα τα ίδια! Στο τέλος δικαιώνομαι. Αλλά κανείς δε ρωτά πώς τα περνάω στο προηγούμενο διάστημα», σκεφτόμουν πηγαίνοντας να υπηρετήσω το «δημόσιο» – εκείνο, που, αντίθετα με τον Θεό, λησμονεί ό,τι του δεν του συμφέρει και δε λησμονεί ό,τι του συμφέρει, προκειμένου να δείξει το δαιμονικό πρόσωπο της εξουσίας που νομίζει πως έχει… Αλλά ας μην ασχοληθώ με την αθλιότητα αυτή, έτσι που την κατάντησαν οι αφισοκολλητές και οι «πεταμένες» μετριότητες που έχουν «καρέκλες»… Ας μη λερώνω το όνομα του ΠΑΟΚ!





