Γράφει ο Γιώργος Κοτζαερίδης
Συνέχεια από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο
λεζάντα φωτογραφίας: Ο ΘΕΙΟΣ ΚΕΛ ΑΝΑΣΤΑΣ
Στο δικό μου χωριό την Λακκιά εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την Κουρούντερε, το Πάραλι, το Γενήνταγ, το Κεστανέ Πινάρ και το Τσομπάν Γιατάκ.
Τους θυμάμαι τους Ατάπαζαρλήδες να κάθονται στο καφενείο του Κοτανίδη, ενός έξυπνου έμπορου από την Κουρούντερε, ακριβώς απέναντι από το σπίτι μας, να λένε ιστορίες αναπολώντας τα περασμένα και να μαλώνουν συχνά συγκρίνοντας τα χωριά τους ή τις περιουσίες τους.
Στο τέλος συμφιλιώνονταν και τότε άρχιζε ο θείος ο Κέλναστας να παίζει την τούλουμπα οι ήχοι της οποίας ακούγονταν σε όλο το χωριό.
Τον θείο Κέλναστας Τσανακτσίδη τον αποκαλούσαν έτσι, διότι ήταν φαλακρός και φορούσε πάντα στο κεφάλι του ένα πανί σαν τουρμπάνι.
Ήταν ένας αξιαγάπητος άνθρωπος και διασκέδαζε το χωριό με την περίφημη γκάϊντα του.
Θυμάμαι με νοσταλγία όλους αυτούς τους παππούδες, τους Κοτανίδηδες Βάσσο και Αντώνη, τον Γαγιάτεπλη, τον Αμπατζή τον Γιώργο, τον Αντώνογλου τον Θεοχάρη και Αντώνη, τον Παπαδόπουλο τον Σάββα, τα αδέλφια του παππού τον Κοτσαγερίδη Σάββα, Χρήστο και Γιώργο από την Κουρούντερε, τον Γεωργιάδη τον Ηλία και Παναγιώτη ή Πανάτα από το Γενή Ντάγ, τον Τριανταφυλλίδη τον Χρήστο και τον Σαρριανίδη Δαμιανό από την Πάραλι και πολλούς άλλους.

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΑΚΚΙΑ ΦΛΩΡΙΝΗΣ
Αξέχαστες μορφές!!
Ο αδελφός του παππού ο Σάββας ο Κοτζαγερίδης ήταν ο πρακτικός οδοντίατρος του χωριού. Tην τέχνη του, την είχε φέρει από την Κουρούντερε. Έτυχε κάποτε να παρακολουθήσω την εξάσκηση της τέχνης του πάνω στον Στράτο τον αδελφό της μάνας μου.
Δύο άτομα κρατούσαν σφικτά τον Στράτο και ο θείος Σάββας, αφού πρώτα απολύμανε την κελπετή (μια σκουριασμένη τανάλια), έπιασε σφικτά το δόντι και το έβγαλε τραβώντας το με δύναμη.
Ούρλιαξε ο Στράτος από τον πόνο και ο θείος Σάββας τον κορόιδεψε ικανοποιημένος από την επιτυχή έκβαση της επέμβασης.
«αμόν κάργα επήκε»
Έδωσε ένα ποτηράκι τσίπουρο τον Στράτο, που σφάδαζε στους πόνους, να το κρατήσει πάνω στην πληγή για να ξεθυμάνει, κέρασε άλλο ένα τον πατέρα του και ..να περάσει ο επόμενος.
Ήταν όλοι τους αγνοί, έντιμοι και πολύ καλοί άνθρωποι. Είχαν όλοι τους κάτι κοινό, αγαπούσαν υπερβολικά τα μικρά παιδιά. Πρώτος και καλύτερος ο πάππος μου ο Αρναούτης. Όποιο παιδάκι περνούσε μπροστά από το μαγαζάκι του παππού Αρναούτη απολάμβανε την τρυφερότητα και τα στοργικά του φιλιά.
Όλο το χωριό τον άκουγε να απευθύνεται σ’ εμένα και τον αδελφό μου τον Τάσο χρησιμοποιώντας τις πιο γλυκές εκφράσεις.
«Γιόργοντουλίτς, Τάστουλιτς πουλόπαμ ελάτε σουμάμ θα τρώω τα τουρτούρτεσούνε, γιαβρόπαμ. Να λελέβατα τα γότσεμ».
Ακόμη και σήμερα στην Λακκιά μας φωνάζουν με τα τρυφερά υποκοριστικά με τα οποία μας χαρακτήριζε ο πάππος.
Τον χειμώνα καθόμασταν δίπλα του και μας μάθαινε διάφορα παιχνίδια που τα έπαιζε με τα αδέλφια του στην μακρινή Κουρούντερε.
Τσιμπούσε τα χέρια και μας μιλούσε στα Τούρκικα, λόγια που δεν τα καταλαβαίναμε..
«Γιαβρούμ, γιαβρουσούμ του παιδιού μου το παιδί
Ντέλα, ντέλασούμ τρέλα μου τρελίτσα μου
Σέκερ σεκερίμ ζάχαρη ζαχαρίτσα μου»
Και ξαφνικά μας γαργαλούσε λέγοντας .. «μιλιόνε ,μιλιόνε».
Τοποθετούσαμε ο καθένας το χέρι του πάνω στο χέρι του άλλου και λέγαμε «τσίμ –τσίμ μάκαρα του Κοτάν η ζάχαρα.
Χάλα –χάλα».
Και αφήναμε τα χέρια μας γαργαλώντας ο ένας τον άλλο.
Των Βαίων μας έμαθε να τραγουδάμε στα σπίτια το παρακάτω τραγουδάκι.
«Τσίμ –τσίμ τον αϊτό ,τον αϊτό το σταυραετό
Κρούω πέρω το κοντάρι και χτυπώ το παλαμάρι.
Παλαμάρι τι θέλεις?
Θέλω κόκκινο αυγό
Τα πουλιά μου τα πουλιά σου εις την πόλη θα τα βρεις».
Οι Ατάπαζαρλούδες γυναίκες μας έδιναν τσιγκούρια δηλαδή βρασμένο καλαμπόκι, το οποίο τρώγαμε αμέσως αν πεινούσαμε, ή τα πηγαίναμε στο σπίτι και τα τρώγαμε όλοι μαζί.

Ο ΠΑΠΠΟΣ ΑΡΝΑΟΥΤΗΣ
Το πιο αγαπημένο παιχνίδι που μας έμαθαν ήταν τα Αλντέρια. Σε μία αλάνα μαζευόμασταν 5-6 παιδιά κρατώντας μεγάλα ξύλινα κοντάρια.
Σχηματίζαμε κυκλικά 6 λακκούβες και μια μεγάλη στην μέση όπου τοποθετούσαμε έναν τενεκέ.
Πιάναμε όλοι από μια λακκούβα και στην μέση έμενε ένας, η μάνα, ο οποίος φύλαγε τον τενεκέ. Αρχίζαμε το παιχνίδι χτυπώντας τον τενεκέ και προσπαθώντας να τον απομακρύνουμε όσο πιο μακριά γίνονταν από την κεντρική λακκούβα .
Ο μεσαίος παίκτης προσπαθούσε να κάνει το αντίθετο, να βάλει δηλαδή τον τενεκέ στην μεσαία τρύπα. Όταν το πετύχαινε τότε όλοι αφήναμε τις τρύπες μας και προσπαθούσαμε να πιάσουμε κάποια άλλη. Αυτός που δεν είχε τρύπα έμενε στο κέντρο και έτσι συνεχίζονταν το παιχνίδι από την αρχή.
Τα είχα ξεχάσει αυτά τα παιχνιδάκια και ευτυχώς μου τα θύμισε η εγγονή του Κοτάνου και πολύ καλή μου φίλη, η Όνι με την οποία πολύ συχνά αναπολούμε τις καλές παλιές εποχές.
Το καλοκαίρι που είχε ξηρασία, τα παιδιά έπαιρναν μια κουσκουτούρα(σκιάχτρο) και γύρισαν όλα τα σπίτια του χωριού.
Τις περισσότερες φορές σαν κουσκουτούρα χρησιμοποιούσαν το κοντάρι που με μια πετσέτα στην άκρη του καθάριζαν οι νοικοκυρές τον φούρνο, πριν βάλουν μέσα τα ψωμιά για ψήσιμο.
Τραγουδούσαν και φώναζαν..
«κουσκουτούρα νε ιστέρ?Αλλαχτάν γιαμούρ ιστέ».
Τι θέλει η κουσκουτούρα. Από τον θεό θέλει βροχή.
ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΚΟΤΑΝΙΔΗ
Οι νοικοκυρές έβγαιναν από τα σπίτια τους και κατάβρεχαν την κουσκουτούρα, δίνονταν στα παιδιά φρούτα και καραμέλες.
Όταν πάλι έβρεχε πολύ, σχημάτιζαν με αλάτι έναν σταυρό μπροστά από την πόρτα του σπιτιού.
Απέναντι από το καφενείο του Κοτανίδη όπου μαζεύονταν οι Πόντιοι Ατάπαζαρλήδες βρίσκονταν το καφενείο του Κουβουκλιώτη Τολούδη Παναγιώτη όπου πήγαιναν οι Πουρσαλήδες πρόσφυγες οι οποίοι κορόιδευαν τους Ποντίους χαρακτηρίζοντάς τους μουσαβέζδες δηλαδή χαζούς.
Ήταν και τα πολιτικά στην μέση, οι Πόντιοι ήταν με την Ένωση Κέντρου και οι Πουρσαλήδες με την ΕΡΕ και .. άστα να πάνε.
Ακολουθούσαν μικροφασαρίες και διαπληκτισμοί που πολλές φορές κατέληγαν σε φιλονικίες.
Και έτσι περνούσε η μέρα ακούγοντας ιστορίες της πατρίδας αλλά και παρακολουθώντας φιλονικίες από Πόντιους και Μικρασιάτες πρόσφυγες.
Συνεχίζεται





