της Κλινικής Ψυχολόγου
Δρ. Παρασκευής Αγγελή
Ο βίαιος ξυλοδαρμός της 24χρονης στην Βέροια μας φέρνει αντιμέτωπους με δύσκολες αλήθειες.
Τέτοια περιστατικά δεν μπορούν να μας αφήνουν αδιάφορους. Δεν είναι απλώς «ειδήσεις». Είναι γεγονότα που μας καλούν να αναρωτηθούμε βαθύτερα: Τι συμβαίνει στους νέους γύρω μας…και τι έχει προηγηθεί στη ζωή τους σαν παιδιά;
Γιατί πίσω από κάθε τέτοιο περιστατικό, υπάρχει πάντα μια διαδρομή που προηγήθηκε.
Ένα παιδί «της διπλανής πόρτας». Ένα παιδί που κάποιοι γνώριζαν, ίσως αγάπησαν και εμπιστεύτηκαν, βρέθηκε να ξεσπά με τρόπο βίαιο και απρόβλεπτο.
Και τότε γεννιέται το γνώριμο ερώτημα: «Πώς έγινε αυτό; Πώς μπόρεσε να φτάσει σε αυτό το σημείο;»
Η αλήθεια είναι ότι η βίαιη και παραβατική συμπεριφορά σπανίως εμφανίζεται ξαφνικά.
Συνήθως είναι το αποτέλεσμα μιας πορείας, μιας διαδρομής, όπου κάτι βασικό έλειψε:
Τα σταθερά και ουσιαστικά όρια.
Σήμερα, πολλοί γονείς φοβούνται να βάλουν όρια στα παιδιά τους. Τα μπερδεύουν με την αυστηρότητα. Τα ταυτίζουν με την απόρριψη. Τα αποφεύγουν για να μη διαταράξουν τη σχέση με το παιδί τους.
Όμως η αλήθεια είναι ξεκάθαρη: τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη μόνο από αγάπη.
Έχουν ανάγκη και από όρια.
Τα όρια δεν είναι τιμωρία. Είναι προστασία. Είναι καθοδήγηση. Είναι η αίσθηση ότι «κάποιος κρατά το τιμόνι όταν εγώ δεν μπορώ».
Τα όρια, στην πράξη, σημαίνουν απλά και καθημερινά πράγματα: ότι το παιδί μαθαίνει πως δεν μπορεί να φωνάζει, να βρίζει ή να χτυπά χωρίς αντίδραση, ότι υπάρχουν κανόνες στο σπίτι που ισχύουν για όλους, ότι το «όχι» του γονιού δεν αλλάζει κάθε φορά που το παιδί επιμένει ή θυμώνει, ότι υπάρχει σεβασμός στον λόγο, στον χώρο και στους ανθρώπους. Σημαίνουν επίσης ότι το παιδί μαθαίνει να περιμένει, να μην τα έχει όλα άμεσα, να αντέχει τη ματαίωση χωρίς να ξεσπά.
Τα όρια έχουν νόημα μόνο όταν τηρούνται.
Ένα παιδί πρέπει να ξέρει ότι οι πράξεις του έχουν συνέπειες και να νιώθει ότι ο γονιός μπορεί να τις εφαρμόσει, ακόμη και όταν είναι δύσκολο όχι ως τιμωρία, αλλά ως φυσική συνέχεια της συμπεριφοράς.
Για παράδειγμα, όταν το παιδί φέρεται με ασέβεια, η συζήτηση ή η δραστηριότητα σταματά μέχρι να ηρεμήσει. Όταν δεν τηρεί μια συμφωνία, χάνει για λίγο ένα προνόμιο που είχε.
Οι συνέπειες δεν έχουν στόχο να φοβίσουν το παιδί, αλλά να το βοηθήσουν να κατανοήσει τη σύνδεση ανάμεσα στην πράξη και το αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερα στην εφηβεία, τα όρια δεν σταματούν, αλλά αλλάζουν μορφή.
Αφορούν την ώρα επιστροφής στο σπίτι, τη χρήση του κινητού και του διαδικτύου, τις παρέες, τον τρόπο που μιλά το παιδί στους γονείς του.
Για παράδειγμα, ένας έφηβος χρειάζεται να γνωρίζει ότι υπάρχει συγκεκριμένη ώρα επιστροφής που τηρείται, ότι η χρήση του κινητού έχει όρια και δεν είναι ανεξέλεγκτη, ότι ο σεβασμός στον λόγο και στη συμπεριφορά δεν είναι διαπραγματεύσιμος.
Και όταν αυτά τα όρια παραβιάζονται, υπάρχουν συνέπειες, όχι εκδικητικές, αλλά σταθερές και προβλέψιμες.
Γιατί το όριο χωρίς συνέπεια σταματά να είναι όριο. Γίνεται απλώς μια λέξη χωρίς βάρος.
Ένα παιδί χωρίς όρια,
• δυσκολεύεται να αντέξει το «όχι»
• δεν μαθαίνει να διαχειρίζεται τη ματαίωση
• λειτουργεί περισσότερο παρορμητικά
• δυσκολεύεται να σεβαστεί τους άλλους
Και τότε, ιδιαίτερα στην εφηβεία, μια περίοδο γεμάτη ένταση και αλλαγές, αυτή η έλλειψη μπορεί να εκφραστεί ως θυμός, παραβατικότητα, ακόμη και βία.
Αξίζει να θυμόμαστε κάτι πολύ σημαντικό:
Ένα παιδί μπορεί να αντιδρά στα όρια, να θυμώνει, να τα αμφισβητεί. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τα χρειάζεται.
Η έλλειψη ορίων δεν δημιουργεί ελευθερία. Δημιουργεί σύγχυση.
Και σε κάποιες περιπτώσεις, αυτή η σύγχυση μπορεί να μετατραπεί σε επικίνδυνη συμπεριφορά, τόσο για το ίδιο το παιδί, όσο και για τους άλλους.
Το παιδί που σήμερα μας σοκάρει, δεν είναι απαραίτητα «κακό παιδί». Είναι, ίσως, ένα παιδί που δεν έμαθε πού σταματάει.
Γι’ αυτό και η ευθύνη δεν είναι μόνο ατομική. Είναι και συλλογική.
Ας επαναπροσδιορίσουμε τον ρόλο μας ως γονείς και ως κοινωνία. Ας δώσουμε στα παιδιά μας όχι μόνο αγάπη, αλλά και καθοδήγηση.
Γιατί τελικά, τα όρια δεν περιορίζουν τα παιδιά…τα προστατεύουν.





