Γράφει η Ιωάννα Βαλδήρ
Υπάρχει μια σιωπηλή στρατιά γυναικών που δεν την είδες ποτέ στα πρωτοσέλιδα της επιτυχίας. Είναι οι γυναίκες που η ζωή τους δεν μετρήθηκε με όνειρα, αλλά με μεροκάματα. Γυναίκες ταξικά προγραμμένες, που το σώμα τους έγινε το ανάχωμα για να μη βουλιάξει το σπίτι, που τα χέρια τους μύρισαν χλώριο, χώμα και μέταλλο πριν προλάβουν να χαϊδέψουν.
Για αυτές, η λέξη ΕΠΙΛΟΓΗ είναι μια πολυτέλεια ξένη. Δεν επέλεξαν τη φθορά, δεν επέλεξαν την υγρασία του εργοστασίου, ούτε τη μυρωδιά του υγραερίου που προμήνυε το κακό. Βρέθηκαν εκεί γιατί το χρέος της επιβίωσης ήταν πάντα πιο βαρύ από τον φόβο του θανάτου. Είναι οι μάνες που γύρισαν από τη νυχτερινή βάρδια με σώματα «σμπαραλιασμένα», για να ξυπνήσουν τα παιδιά τους με ένα χαμόγελο που έκρυβε όλη την κούραση του κόσμου. Σώματα αναλώσιμα για την παραγωγή, αλλά ιερά για την ύπαρξή μας.
Αυτό το κείμενο είναι ένα μαχαίρι στο κόκκαλο της αδιαφορίας μας, αλλά και ένα βάλσαμο για κάθε ψυχή που μεγάλωσε σε τέτοιες αγκαλιές. Είναι ένας ύμνος στη γυναίκα που, ενώ την ήθελαν υποταγμένη στη μοίρα της, παρέμεινε ελεύθερη στο πνεύμα, γιατί η δική της θυσία ήταν η απόλυτη πράξη αγάπης και αντίστασης.
Σε εσένα, τη μάνα, την εργαζόμενη, την αόρατη σπονδυλική στήλη αυτής της κοινωνίας: Σου χρωστάμε την αλήθεια μας. Σου χρωστάμε να μην ξεχάσουμε ποτέ πως η δική σου «εξόντωση» στη γραμμή παραγωγής ήταν το τίμημα για τη δική μας ανάσα.
Δεν είσαι θύμα. Είσαι η δύναμη που άντεξε περισσότερο από το μέταλλο. Το φως που δεν έσβησε ούτε στο σκοτάδι της τελευταίας βάρδιας.
Σήμερα η φωνή σου δεν πνίγεται στη σιωπή της παραγωγής. Γίνεται η δική μας απαίτηση για δικαιοσύνη. Γιατί πίσω από τη στολή εργασίας, έμεινε μέχρι το τέλος μια γυναίκα ελεύθερη, που κανένα σύστημα δεν κατάφερε να την κάνει κομμάτι της μηχανής του. Δεν σε ξεχνάμε. Σου αποδίδουμε το δίκιο σου.





