Του Ιερέως Παναγιώτου Σ. Χαλκιά
Το ως άνω παράπονο, φίλοι αναγνώστες, μου έκανε μια κυρία στο κοιμητήριο Βέροιας όταν την ερώτησα τι κάνει. «Είμαι τόσο μόνη, πάτερ. Ο σύζυγός μου έφυγε και τα παιδιά μου ζουν σε άλλες πόλεις λόγω της δουλειάς τους».
Με το θέμα αυτό της μοναξιάς, φίλοι αναγνώστες, έχω και πάλι ασχοληθεί πριν 25 χρόνια. Σήμερα θα το σχολιάσω από άλλη σκοπιά γιατί η μοναξιά δυστυχώς είναι και δικός μας καημός. Οι ειδικοί που ασχολούνται με τα σύγχρονα προβλήματα του ανθρώπου μας πληροφορούν πως τούτη ακριβώς η μοναξιά αποτελεί ένα από τα πιο μεγάλα, τα πιο καυτά κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα του καιρού μας.
Δεν χρειάζεται όμως να ανατρέξει κανείς στις μελέτες των «ειδικών» για να πεισθεί για τη μοναξιά του σημερινού ανθρώπου. Είναι αρκετή η πείρα της καθημερινής ζωής. «Είμαι τόσο μόνος! Δεν έχω έναν άνθρωπο που να με νιώθει». Είναι το παράπονο που φτάνει καθημερινά στα αυτιά μας, που ανεβαίνει συχνά στα χείλη μας. Ακόμη και τα νιάτα που ζουν την πιο όμορφη περίοδο της ζωής τους, την περίοδο της αγάπης, της φιλίας, νιώθουν τούτο το οδυνηρό συναίσθημα της μοναξιάς και μάλιστα πιο έντονο από τους μεγάλους. Δεν πάει πολύς καιρός που ένα ελληνικό περιοδικό, κάνοντας μια κοινωνική έρευνα ανάμεσα στους νέους, τους έθεσε το ερώτημα: «Νιώθετε μοναξιά;» Και τα νιάτα, τότε, στην συντριπτική τους πλειοψηφία απάντησαν: «Πολλές φορές νιώθω μοναξιά και μάλιστα όταν συνειδητοποιώ ότι δεν έχω κανέναν δίπλα μου που να με πλησιάσει, να με καταλάβει, να χαρεί και να κλάψει, να πονέσει μαζί μου...»
Στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις η μοναξιά του ανθρώπου γίνεται ανυπόφορη. Έχει κανείς την αίσθηση πως βυθίζεται ολομόναχος σε μια απύθμενη ανθρωποθάλασσα. Χιλιάδες άνθρωποι κυκλοφορούν γύρω σου, όμως δεν είναι παρά απρόσωπες μονάδες μιας ποσότητος. Κι εσύ ακόμα μία απ’ αυτές. Άνθρωποι χωρίς φυσιογνωμία, χωρίς χαμόγελο σε συναντούν, σε σπρώχνουν, σε προσπερνούν. Ο άνθρωπος μέσα σε αυτήν την αδιάκοπη κίνηση και το θόρυβο κατάντησε νούμερο, μηχανή, ρομπότ κουρδισμένο για να κάνει πάντα την ίδια δουλειά. Έχασε την προσωπικότητά του και έγινε το γραφείο αριθμός τάδε, το λεωφορείο των τόσων θέσεων, το ξενοδοχείο των δεινά κλεινών, το διαμέρισμα νούμερο Χ. Ακόμα και αυτοί που ζουν στην ίδια πολυκατοικία νιώθουν τόσο ξένοι μεταξύ τους, ώστε συμβαίνει συχνά στον πρώτο όροφο να πενθούν και στον πέμπτο να διασκεδάζουν.
Ζούμε, αλήθεια, τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο σήμερα και όμως δεν έχουμε καμία ψυχική επικοινωνία. Λες και είμαστε αναρίθμητοι, διαφορετικοί κόσμοι, ερμητικά κλειστοί. Αιτίες αυτής της καταθλιπτικής μοναξιάς υπάρχουν πολλές, αλλά οι βασικές είναι δύο. Η πρώτη βρίσκεται στον εγωκεντρισμό του σημερινού ανθρώπου. Τούτος ο εγωκεντρισμός υψώνει γύρω στον άνθρωπο σινικά τύχη που τον αποξενώνουν από τους όμοιούς του. Τον κάνει να έχει μέτρο για όλα τον εαυτό του και όλα να τα βλέπει κάτω από το πρίσμα του δικού του συμφέροντος.
Ο καθένας θεωρεί τους άλλους απλώς ως όργανα για να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, για να φτάσει στους στόχους του. Η αγάπη με την έννοια της προσφοράς, χωρίς ανταπόδοση, υπάρχει μόνο στο ρομαντικό παρελθόν. Έτσι ο άνθρωπος μένει κλεισμένος στον εαυτό του, καχύποπτος και απαιτητικός και χτίζει με τα ίδια τα χέρια τη φυλακή της μοναξιάς του.
Η δεύτερη βασική αιτία αυτής της μοναξιάς βρίσκεται στην υπερβολική τεχνική πρόοδο και την κυριαρχία της μηχανής.
Τούτη η τεχνική πρόοδος από τη μία έφερε κοντά και ένωσε τους ανθρώπους και από την άλλη τους αποξένωσε, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις καθαρά ανθρώπινες σχέσεις, χάρη στα ταχύτατα μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας, τα γεωγραφικά σύνορα καταργήθηκαν και ο κόσμος έγινε μια γειτονιά. Η τηλεόραση φέρνει μέσα στο δωμάτιό μας γεγονότα που διαδραματίζονται στην άλλη άκρη της γης. Το τηλέφωνο μας δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε πολλές από τις δουλειές μας, χωρίς να κινηθούμε από την πολυθρόνα μας.
Όμως την ίδια στιγμή η τεχνική μας έκαμε μακρινούς, ακόμα και για τους ανθρώπους του στενού περιβάλλοντος μας. Η «μικρή οθόνη» έχει αντικαταστήσει τη ζεστή ανθρώπινη συντροφιά, ακόμα και μέσα στην οικογένεια. Προσηλωμένες στο πρόγραμμά της, δεν έχουμε τον καιρό να ανταλλάξουμε δύο κουβέντες με τη γυναίκα μας, με τα παιδιά μας, με τους φίλους που ήρθαν να μας επισκεφθούν.
Η επικοινωνία με τον συνάνθρωπο τώρα είναι γρήγορη και εύκολη, όμως πραγματοποιείται με την παρέμβαση κάποιας μηχανής. Η μηχανή μας συνοδεύει παντού, στο γραφείο, στο εργοστάσιο, στο χωράφι, στην κουζίνα, στην αίθουσα ψυχαγωγίας. Κατάντησε ο στενότερος σύντροφός μας.
Δεν έχει σημασία αν είναι το τηλέφωνο ή το τρακτέρ, το αυτοκίνητο ή το ηλεκτρικό πλυντήριο. Έτσι, χάσαμε τη συντροφιά, τη ζεστασιά, την ψυχή του ανθρώπου.





