1.- Στα πρόθυρα της «ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν Ταξιαρχῶν».
Τα δραματικά επεισόδια της 27ης Φεβρουαρίου 1906 περιέγραψε συνοπτικά, σχεδόν τηλεγραφικά (χωρίς να μνημονεύσει την ημερομηνία και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά), ο Αναστάσιος Χριστοδούλου…
«Ἐνῶ οἱ ὁμογενεῖς καρραγωγεῖς μετέφερον κεράμους ἐκ τοῦ σιδηροδρομικοῦ Σταθμοῦ, εἰς τὸ παρὰ τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως μέγα οἰκόπεδον, ὅπου ἄλλοτε ἦτο ἀρχαία Ἐκκλησία τῶν Ταξιαρχῶν[2], εὗρον εἰς τὴν θύραν τοῦ αὐλοτοίχου δύο φύλακας ἔχοντας ἐντολὴν ἐκ μέρους προσώπου ἀνήκοντος εἰς ξένην προπαγάνδαν, νὰ ἐμποδίσουν τὴν ἐκφόρτωσιν καὶ τοποθέτησιν τῶν κεράμων εἰς τὸ ἐν λόγῳ οἰκόπεδον.
Οἱ Βερροιεῖς κατεξανέστησαν καὶ δικαίως, καθόσον τὸ οἰκόπεδον ἀνῆκεν ἀνέκαθεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κοινότητα, αἱ κέραμοι προωρίζοντο γιὰ τὴν ἀνέγερσιν[3] εὐπρεποῦς Ἑλληνικοῦ σχολείου εἰς τὸ Σέλι ὅπου θὰ μετεφέροντο ἐπιστασίᾳ τοῦ ἐκεῖ παραθερίζοντος ἐγκρίτου Βεροιέως Ἀντωνίου Σπανοῦ.
Ἐδέησε δὲ τῇ ἐπιμόνῳ προτροπῇ τῶν δημογερόντων νὰ κινηθῇ ὁ Μητροπολίτης, ἵνα ὁ ὑποδιοικητὴς διατάξῃ τὴν ἀπομάκρισιν τῶν ξένων φυλάκων ἐκ τοῦ οἰκοπέδου.» [4]
…οι εφημερίδες, όμως, της εποχής κατέγραψαν, με λεπτομέρειες και με, κατά περίπτωση, υμνητικούς ή απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, αλλά και με ορισμένες ουσιώδεις αποκλίσεις από την διήγηση του Α. Χριστοδούλου, όσα διαδραματίστηκαν εκείνη την ημέρα (ακριβώς πριν από 120 χρόνια) στα πρόθυρα της «ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν Ταξιαρχῶν» [προοιμιακά επισημαίνεται πως η οξύτητα της φρασεολογίας των εφημερίδων του 1906 οφείλεται στις φρικτές και αδιανόητες -για τα σημερινά μέτρα και τις σχέσεις μεταξύ φίλων Κρατών- εντάσεις της τότε πολλαπλής (και συχνότατα αιματηρής, φανερής και κρυφής, έως και εγκληματικής) σύγκρουσης μεταξύ ποικιλώνυμων ένοπλων ομάδων και συμμοριών στο έδαφος της Μακεδονίας, και στην κρισιμότητα του αγώνα επιβίωσης των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων, που προσδοκούσαν την ελευθερία τους]:
2.1.- Ἡ εὐψυχία τῶν Ἑλληνίδων τῆς Βερροίας.
«Αἱ Ἑλληνίδες τῆς Βερροίας
Καταισχύνουσι τοὺς Ρωμούνους
Ἡ ὑπὲρ τῶν ἱερῶν καὶ ὁσίων εὐψυχία αὐτῶν.- Νίκη τῶν Ἑλληνίδων.
Ἐκ Θεσσαλονίκης ἀγγέλλονται ἡμῖν γεγονότα ὑπομιμνήσκοντα ἄλλους ἡρωϊκοὺς χρόνους, παρέχοντα τὴν ἐλπίδα, ὅτι αἰσιώτερα ἔσονται ἡμῖν τὰ πράγματα, τὴν πίστιν, ὅτι εἰς κέντρα λακτίζουσιν οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν.
Ἰδοὺ τὶ συνέβη ἐν Βερροίᾳ τῇ 27ῃ Φεβρουαρίου 1906.
Ἡ ἑλληνοβλαχικὴ κοινότης Σελίου ἀπεφάσισε δυνάμει φιρμανίου νὰ ἱδρύσῃ σχολεῖον καὶ νὰ στεγάσῃ τὴν λαμπράν της ἐκκλησίαν διὰ κεράμων νεωτέρας τέχνης.
Αἱ κέραμοι παρηγγέλθησαν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὅτε δὲ ἐκομίσθησαν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου εἰς Βέρροιαν, ἀπεφασίσθη νὰ τοποθετηθῶσι προσωρινῶς ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς ἐν Βερροίᾳ ἐκκλησίας τῶν Ταξιαρχῶν, ἕως ὅτου μετακομισθῶσιν εἰς Σέλιον.
Μαθόντες τοῦτο τὰ ὀλίγα ἐν Βερροίᾳ μίσθαρνα ὄργανα τῆς ρωμουνικῆς προπαγάνδας ἔκλεισαν ἀπὸ πρωΐας τὰς θύρας τοῦ περιβόλου καὶ ἔθηκαν ἔνοπλον φύλακα Τοῦρκον.
Οὗτος, ὅτε ἔφερον τὰ κάρρα φέροντα τὰς κεράμους, ἠμπόδισε τοὺς καρραγωγεῖς καὶ ἠτοιμάσθη νὰ μετέλθῃ βίαν.
Οἱ ἐπίτροποι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, οὗ κτῆμα καὶ παράρτημα εἶναι ὁ ναὸς τῶν Ταξιαρχῶν, ἵνα μὴ δώσωσιν ἀφορμὴν ρήξεως, διέταξαν τοὺς καρραγωγεῖς νὰ ὁδηγήσωσι τὰ κάρρα πρὸ τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου παρὰ τὴν μεγάλην ἀγορὰν τῆς πόλεως.
2.2.- Τὰ κάρρα ἔκειντο ἐκτεθειμένα…
Αὐθωρεὶ συνέρχονται οἱ ἐπίτροποι τῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἡ δημογεροντία ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Μητροπολίτου[5] καὶ ἀποφασίζεται νὰ ἀποσταλῇ πρὸς τὸν καϊμακάμην τακρίριον[6] διαμαρτυρίας.
Πολλοὶ τῶν παρεστώτων ἀπέκρουσαν τὴν ἀπόφασιν ταύτην προβάλλοντες, ὅτι διὰ τούτου καθιστῶμεν φιλονεικούμενον τὸ ἀπαραβίαστον κτῆμα ἡμῶν καὶ ὅτι ἀποτελεσματικώτερον ἔσται, ἐὰν ἐν σώματι μεταβάντες θραύσωσι τὰς θύρας τοῦ περιβόλου καὶ εἰσάγωσιν εἰς αὐτὸν τὰς κεράμους.
Ἀλλὰ ψοφοδεὴς ὤν ὁ Μητροπολίτης[7] ὀργισθεὶς ἐκ τῆς προτάσεως ἀπῆλθεν εἰς τὴν μητρόπολιν.
Λαβὼν τὸ τακρίριον ὁ βοηθὸς τοῦ καϊμακάμη ἀπουσιάζοντος ἀπέστειλεν ἐπὶ τόπου ἀστυνόμον, ὅστις μεταβὰς μετὰ τῶν ἐπιτρόπων καὶ μαθὼν παρὰ τοῦ Τούρκου φύλακος, ὅτι ἔθηκαν αὐτὸν ἐκεῖ οἱ ρωμουνίζοντες, τοὺς μὲν ἐπιτρόπους τῶν ἑλληνικῶν ἐκκλησιῶν παρέπεμψεν εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς διεκδίκησιν τοῦ ναοῦ, τὸν Τοῦρκον δὲ φύλακα ἀντικατέστησε διὰ στρατιωτικῆς φρουρᾶς, ἐν ᾧ πυκναὶ περιπολίαι διετάχθησαν νὰ περιζώσωσι τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως.
Ἡ ἀποθάρρυνσις τῆς πόλεως καὶ ἡ ἀγανάκτησις ἔβαινε κορυφουμένη, διότι οὕτω ἀσυστόλως κατεπατοῦντο τὰ δίκαιά της, ἔμενεν ἀπροστάτευτος ἐκ τῆς ἀσυγγνώστου ἀδρανείας τοῦ μητροπολίτου, ὅστις καὶ ἔκθεσιν τηλεγραφικὴν πρὸς τὰ πατριαρχεῖα προταθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἐπιτρόπων ἠρνήθη νὰ ἀποστείλῃ.
Τὰ κάρρα ἔκειντο ἐκτεθειμένα ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἄψυχα θύματα τῆς προσγενομένης εἰς τὴν ἑλληνικὴν πόλιν τῆς Βερροίας ἀδικίας ἥτις καθίστατο ἔτι πικροτέρα, διότι τὰ μεμισθωμένα καθάρματα τῶν ἐν Βουκουρεστίῳ ἤρχισαν νὰ χλευάζωσι τὴν ἀδυναμίαν τῶν Ἑλλήνων.
2.3.- Ἡ σεβασμία γραῖα.
Ἀλλ᾿ ἀπὸ τοῦ παραθύρου τῆς καταντικρὺ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου κειμένης οἰκίας της γραῖα σεβασμία, ἡ Εὐδοξία Ἰ. Μαλακούση[8], ἐτρώθη τὴν ἐθνικήν της φιλοτιμίαν.
Ἐνεθυμήθη ὅτι ὁ ναὸς τῶν Ταξιαρχῶν ἐθεμελιώθη διὰ τοῦ ἱδρῶτος τῶν προπατόρων της, συνετηρήθη διὰ τῶν θυσιῶν τοῦ συζύγου καὶ τῶν ἀδελφῶν ἀποτελεῖ δὲ σεπτὸν προσκύνημα ἑαυτῆς, τῶν υἱῶν, τῶν θυγατέρων, τῶν ἐγγόνων της καὶ δὲν ἠνέχθη τὴν ἀδικίαν.
Καλεῖ πέντε ἄλλας ἐκ τῶν γειτονισσῶν της, ἃς δι᾿ ἀξίνων ὁπλίζει.
Μεταβαίνουσι πᾶσαι, παραγκωνίζουσι τὸν φρουρὸν στρατιώτην ἀπτόητοι, θραύουσι τὰς θύρας καὶ εἰσέρχονται, ἐν ᾧ συγχρόνως ἡ θυγάτηρ τῆς Εὐδοξίας χήρα Μαριγὼ ἀπειλοῦσα καὶ παροτρύνουσα, ἐκλιπαροῦσα καὶ ἐπιτιμῶσα ἀναγκάζει ἕνα τῶν καρραγωγέων νὰ ζεύξῃ εἰς τὸ κάρρον τὸν ἵππον καὶ ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς τὸν περίβολον.
Ἀλλ᾿ αὐθωρεὶ αἱ περιπολίαι καταφθάνουσι, σκορπίζουσι τά συρρεύσαντα πλήθη διὰ τῶν κτυπημάτων, συλλαμβάνουσι καθ᾿ ὁδὸν τὸν συντάκτην τῆς ἐφημερίδος “Ταχυδρόμος” καὶ τὸν Ναουσσαῖον Ἡρακλῆν Χατζηδημούλην, δεινὸν δὲ συνάπτουσιν ἀγῶνα ἔξωθεν μὲν τοῦ περιβόλου πρὸς τὴν ἡρωϊκὴν θυγατέρα τῆς Εὐδοξίας ἐπιμένουσαν νὰ εισαγάγῃ τὰ κεραμίδια, ἔσωθεν δὲ πρὸς τὴν ἀπτόητον γραῖαν, ἥτις ἐπέμενε νὰ λέγῃ:
― “Ἐδῶ θὰ μείνω!”.
2.4.- Ἡ εὔφλεκτος ὕλη.
Ὁ περίβολος τῶν Ταξιαρχῶν φρουρεῖται ἤδη ὑπὸ διμοιρίας στρατιωτῶν. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ τῆς Εὐδοξίας τεθὲν ἔναυσμα εὗρεν εὔφλεκτον ὕλην. Ἑκατὸν ἄλλαι γυναῖκες εἰσέρχονται εἰς τὸν περίβολον διὰ τῶν θυρίδων, ἀπὸ τῶν τοίχων, δι᾿ αὐτῆς τῆς κυρίας πύλης ἀπωθοῦσαι καὶ ἀπωθούμεναι, ὑβρίζουσαι καὶ ὑβριζόμεναι.
Τὰ παιδία ἔρχονται εἰς ὑποστήριξιν τῶν μητέρων, σχηματίζουσιν ἅλυσιν διὰ τῶν χειρῶν των καὶ σύρουσι πρὸς τὸν τοῖχον ἓν τῶν κάρρων, οὗ ἀποφορτώνουσι τὰς κεράμους καὶ φέρουσιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου.
Οἱ στρατιῶται μαίνονται τότε, ἀπωθοῦσι τὸ πλῆθος, ἀλλὰ τοῦτο συρρέει καὶ πάλιν εἰς τὸν τόπον τῆς συμπλοκῆς.
Ἀκούονται κινούμενα τὰ κλεῖστρα τῶν ὅπλων, ἀλλ᾿ οὐδεὶς πτοεῖται.
Λύεται ὑπὸ τῶν Τούρκων ἓν τῶν κάρρων καὶ θρυμματίζονται αἱ κέραμοι, ἀλλ᾿ ἡ ταραχὴ αὐξάνει ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ.
Ἀστυνόμος τις Τοῦρκος γνωρίζων τὴν ἑλληνικὴν εἰσέρχεται εἰς τὸν περίβολον καὶ ἀποτείνεται πρὸς τὴν Εὐδοξίαν λέγων:
―“Βάβω (γραῖα), ἡ ὥρα περνᾷ• ἕως πότε θὰ μείνητε ἐδῶ• θὰ κρυώσητε, θὰ ἀρρωστήσητε, θὰ ἀποθάνητε ἀπὸ τὸ κρύο”.
Καὶ ἐκείνη ἀποκρίνεται θαρραλέα:
―“Ἀπόψε ἑδῶ θὰ μείνωμεν, ἐδῶ θὰ ἐξημερώσωμεν, ἐδῶ θὰ κοιμηθῶμεν• ἂς κρυώσωμεν, ἂς ἀρρωστήσωμεν, ἂς ἀποθάνωμεν. Εἶμαι γραῖα καὶ ὑπάνδρευσα τὰς θυγατέρας μου”.
― «Πρέπει νὰ φύγητε, διότι ἔχομεν διαταγὴν νὰ κλείσωμεν”.
― “Ὄχι δὲν θὰ φύγωμεν, δὲν θὰ κλείσητε τὸ κτῆμα μας, δεῖξε μου διαταγὴν τοῦ Σουλτάνου νὰ τὴν σεβασθῶ”.
2.5.- Νίκη τῶν Ἑλληνίδων.
Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἐπιτροπὴ ἀνδρῶν προσῆλθε πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ καϊμακάμη, προσήγαγε φιρμάνια, ταπία, δικαστικὰς ἀποφάσεις δικαιούσας ἔκπαλαι τὴν ἑλληνικὴν κοινότητα.
Ἴσως διότι ἔλαβεν ἐν τῷ μεταξὺ διαταγὰς ἐκ Θεσσαλονίκης ἢ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἢ διότι εἶναι φιλοδίκαιος ἰδὼν τὰ ἔγγραφα ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ διοικητοῦ διέταξεν ἀμέσως τὸν ἀρχιαστυνόμον νὰ παραδώσῃ τὸν περίβολον εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινότητα, νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς φρουροὺς καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν τοποθέτησιν τῶν κεράμων ἐντὸς τοῦ περιβόλου.
Τὶ ἅμα τῇ εἰδήσει ταύτῃ ἐγένετο δὲν περιγράφεται. Ἀγαλλίασις κατέλαβε τὴν πόλιν καὶ τῆς σεπτῆς καὶ ἡρωΐδος γραίας Εὐδοξίας Μαλακούση κατεφίλουν οἱ πάντες τὴν χεῖρα, ἐν ᾧ κατηρῶντο τὸν Μητροπολίτην διὰ τὴν ἀνανδρίαν του. Τὰ σωματεῖα τῆς πόλεως, οἵα ἡ διευθύνουσα ἐπιτροπή, ἡ δημογεροντία, ἡ ἐφορεία ἀπέστειλον σφοδρότατον τηλεγράφημα πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον ζητοῦντα τὴν ἀντικατάστασιν[9] τοῦ ἀναξίου ἱεράρχου.
Παραδίδων ὁ Ἀγὼν τὸ ὄνομα τῆς Εὐδοξίας Μαλακούση εἰς τὸν θαυμασμὸν τοῦ Πανελληνίου καὶ τὸ ἡρωΐκὸν κατόρθωμα αὐτῆς καὶ τῶν ἄλλων γυναικῶν τῆς Βερροίας ἐπαναλαμβάνει ἅπαξ ἔτι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔθνος ἐγκλεῖον τοσαύτην ἐν ἑαυτῷ ἠθικὴν ρώμην ἀδύνατον νὰ μὴ κατισχύσῃ τελικῶς ἐν τῇ ὑπὲρ τοῦ φυλετικοῦ του βίου πάλη.»
«Ἀγών», 09-03-1906.
3.- Ο απόηχος της Νίκης…
Η «ἡρωϊκὴ στάσις» της Ευδοξίας Μαλακούση των «κατόπιν αὐτῆς ἄλλων γυναικῶν» απέσπασε, ευλόγως, τον θαυμασμό και τα εγκώμια του τύπου, τόσο από το εθνικό κέντρο, όσο και από την ομογένεια:
3.1.- …από το Βουκουρέστι…
«[…] εἶνε ὄντως δεινότατοι οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους διατρέχει σήμερον ὁ Ἑλληνισμός. Καὶ ὅμως πρὸ τοιούτων κινδύνων, ἡ ἰδέα “περὶ μεγάλης καὶ εὑρείας πατρίδος” εἶνε σήμερον ἀκμαιοτάτη ἀκριβῶς ἐκεῖ ὅπου οἱ κίνδυνοι εἶνε μεγαλύτεροι.
Ὁ ἀγών, ὃν τελεῖ σήμερον τὸ ἔθνος ἡμῶν εἰς τὴν ὑπὸ μεγίστων κινδύνων ἐπαπειλουμένην Μακεδονίαν, χαρακτηρίζει τὴν ἑλληνικὴν ἰδιοφυΐαν.
Πᾶς οἱοσδήποτε ἄλλος λαὸς ἤθελεν ἀποκάμει καὶ ἤθελε καταθέσει τὰ ὅπλα τοῦ ἀγῶνος ἐνώπιον τόσης ἀντιδράσεως, τόσων δυσχερειῶν, τοιούτου συνασπισμοῦ ἐχθρῶν καὶ πολεμίων.
Καὶ ὅμως εἰς τὴν καρδίαν τῶν Μακεδόνων καὶ εἰς τὸν νοῦν τῶν Πανελλήνων οὐδέποτε ἄλλοτε ἀπὸ σήμερον ἡ Μακεδονία ὑπῆρξεν Ἑλληνικωτέρα καὶ ἡ μεγάλη Ἐθνικὴ Ἰδέα εὑρυτέρα.
Καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι αἱ Ἑλληνίδες τῆς Βερροίας ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὰ ὅπλα ἵνα προστατεύσουν τὰ ἱερὰ αὐτῶν καὶ ἐθνικὰ τεμένη ἐναντίον ἀλλοφύλου καὶ πανισχύρου ἐπιδρομῆς, εἶνε ἀρκετὸν νὰ ἀποδείξῃ πόσον εἶνε ἀκαταγώνιστος καὶ αἰωνίως ἀκατάβλητος ἡ Ἰδέα περὶ “μεγάλης καὶ εὑρείας πατρίδος ἐν χρόνοις τῶν δεινοτάτων κινδύνων”. […]»
«Πατρίς», 25-03-1906.
3.2.- …ως την Τεργέστη…
«Ἡρωϊκὴ στάσις τῶν γυναικῶν τῆς Βερροίας
Πῶς ἐξεδίωξαν τοὺς Ρουμάνους
Τὴν ἀκόλουθον ἀφήγησιν μιᾶς γενναίας καὶ ἀνδροπρεποῦς πράξεως τῶν Μακεδονίδων τῆς Βερροίας δημοσιεύει ἐξ ἀνταποκρίσεως ἡ τελευταία “Νέα Ἡμέρα” τῆς Τεργέστης.
“Θαυμάσατε τὴν ἐπὶ τῇ ἀνδροπρεπεῖ διαγωγῇ καὶ γενναίᾳ στάσει τῆς κ. Εὐδ. Μαλακούση καὶ κατόπιν αὐτῆς τῶν ἄλλων γυναικῶν κατὰ τὴν νέαν θρασυτάτην ἀπόπειραν τῶν Ρουμανιζόντων.
Διὰ τὴν Ἑλληνικὴν σχολὴν Σελίου ἐκομίσθησαν ἐκ Θεσσαλονίκης κέραμοι, ὁ δὲ ἐκ τῶν ἐφόρων κ. Γ. Σπανὸς ἐθεώρησε καλὸν νὰ τὰς τοποθετήσῃ προσωρινῶς εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Ταξιαρχῶν, εἰς τὰ κελλία τῆς ὁποίας κατοικοῦσιν οἰκογένειαι βλαχικαὶ ἐπὶ ἐνοικίῳ καὶ περὶ τῆς κυριότητος τῶν ὁποίων ἐδικάσθημεν ἄλλοτε πρὸς τοὺς διαμφισβητήσαντας αὐτὴν δαπανήσαντες μὲν περὶ τὰς 400 λίρας ἀλλὰ καὶ τελείως ἀσφαλίσαντες αὐτήν, τῶν τίτλων τῆς ἰδιοκτησίας ἐκδοθέντων ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς κ. Μαλακούση, τῆς κατόπιν[10] μεγάλης εὐεργέτιδος τῆς Κοινότητός μας.
Αἱ θύραι κλεισταὶ
Οἱ καρραγωγεῖς φθάσαντες ἐκεῖ μὲ τὰς κεράμους εὗρον τὰς θύρας κεκλεισμένας καὶ πρὸ αὐτῶν Ρουμᾶνον καβάσην[11] ἀπειλητικὴν στάσιν ἔχοντα καὶ δύο ἀστυνόμους Τούρκους περιφερομένους.
Οἱ καρραγωγεῖς ἀπῆλθον καὶ ἀνήγγειλαν τὸ πρᾶγμα εἰς τοὺς ἁρμοδίους. Καὶ ἡμεῖς οἱ ἁρμόδιοι συνήχθημεν αὐθωρεὶ εἰς τὴν Μητρόπολιν, ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος λόγος τὸν ὁποῖον ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν εὐλογημένον μητροπολίτην μας ἦτο
― “Δὲν σᾶς εἶπα διὰ τέτοια ζητήματα νὰ μὲ ἀφήσετε πλέον ἤσυχον καὶ νὰ μὴ μὲ ἐνοχλεῖτε;”
Καὶ τὴν φορὰν δὲ ταύτην ὅ,τι ἔπραξε, διὰ τῆς βίας ἐξαναγκασθεὶς τὸ ἔπραξε, ἡμεῖς δὲ μεταβάντες εἰς τὸ διοικητήριον ἄνευ ἑτέρου λόγου ἐδείξαμεν τοὺς τίτλους ἰδιοκτησίας (τὰ ταπιὰ) εἰς τὸν Καϊμακάμην, ὅστις ἐκ τῶν προτέρων διατελῶν ἐν γνώσει τῶν μελλόντων νὰ συμβῶσιν ἠθέλησε μὲ τὴν συνήθη πολιτικήν του νὰ παρελκύσῃ τὸ ζήτημα, ἐνῷ κρυφίως εἶχε δώσει ὁδηγίας εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ θύραι καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος τῶν κεράμων.
Μὲ τοὺς πελέκεις
Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἐσκεπτόμεθα ἔτι ἐν τῷ διοικητηρίῳ περὶ τοῦ πρακτέου, μανθάνομεν πρὸς ἔκπληξιν πάντων τῶν αὐτόθι εὑρισκομένων, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἔλυσαν αἱ γυναῖκες μας.
Ἡ σεβασμία δέσποινα δηλ. κ. Μαλακούση μαθοῦσα το γεγονός
― “Τὶ;”, ἀνεφώνησεν, “καὶ ἐδῶ Ρουμᾶνοι; Νοικοκύρην στὸ σπίτι μου δὲν βάζω κανένα”.
Καὶ λαβοῦσα πέλεκυν καὶ ὑπὸ τῆς θυγατρός της ἀκολουθουμένη καὶ ὄπισθεν αὐτῆς τὰ κάρρα σύρουσα μεταβαίνει εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης – διότι πράγματι μάχην ἀληθῆ συνῆψε πρὸς τὰ ἀργυρώνητα ὄργανα τῆς διατηρήσεως τῆς τάξεως – καὶ ἐκεῖ ἀπειλοῦσα καὶ ἀπειλουμένη, ὠθοῦσα καὶ ὠθουμένη, ἀλλὰ πάντοτε ἀποφασιστικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν βαίνουσα πλησιάζει εἰς τὴν θύραν, ὅτε ἔντρομος ὁ Ρουμᾶνος καβάσης γίνεται ἄφαντος, τὴν δὲ θέσιν αὐτοῦ καταλαμβάνουσι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα.
― “Βούρουν μπρὲ” (κτύπα), φωνάζει πρὸς τοὺς κατωτέρους του ὁ θρασύτερος καὶ ἀνευλαβέστερος τῶν ἀστυνόμων.
― “Ἔλα σὺ νὰ κτυπήσῃς, ἀχρεῖε”, ἀπήντησεν στραφεῖσα πρὸς αὐτὸν ἡ σεβαστὴ πρεσβύτις, ἀλλὰ καὶ προχωρεῖ πρὸς τὴν θύραν.
Ὑψώσασα δὲ τότε τὸν πέλεκυν ἀνεφώνει ἐν ἄκρᾳ συγκινήσει
― “Ἡ θύρα αὐτὴ εἶνε ἰδική μου καὶ τὴν κάμνω ὅ,τι θέλω”.
Καὶ δι᾿ ἑνὸς κτυπήματος πρεσβυτικοῦ μέν, ἀλλ᾿ ἐξ ἐκείνων τῶν μαγικῶς τελεσφορούντων, αἱ κλεῖδες θραύονται καὶ αἱ θύραι ἀνοίγονται.
“Ζήτω!”, βροντοφωνοῦσιν ὅλαι αἱ ἄλλαι γυναῖκες, αἵτινες ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ αἱ μὲν ἐκ τοῦ περιπάτου ἐπιστρέφουσαι, αἱ δὲ ἐκ τῶν πέριξ οἰκιῶν κατελθοῦσαι εἶχον συναχθῆ καὶ ἐν θριάμβῳ εἰσελαύνουσιν εἰς τὸν περίβολον, σύρουσι τὰ κεραμοφόρα κάρρα καὶ ἐν ἀσφαλείᾳ τοποθετοῦσιν τὰς κεράμους.”»
«Σκρίπ», 29-03-1906, και «Ἑλληνισμός», 01-04-1906.
3.3.- …και την Αθήνα…
«Μία πατριωτικωτάτη Ἑλληνὶς ἡ κ. Μαλακούση εἰς τὴν Βέρροιαν τῆς Μακεδονίας.
Οἱ ψευτορρουμάνοι εἶχαν κατορθώσει μὲ τὸν παρᾶ νὰ ἐμποδίσουν αἱ Τουρκικαὶ ἀρχαὶ τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας νὰ βάλουν μερικὰ κάρρα κεραμίδια εἰς τὴν αὐλὴν τῆς ἐκκλησίας τῶν Ταξιαρχῶν, ποὺ τὴν ἀμφισβητοῦν αὐτοί.
Τὰ κάρρα ἔμεναν ἔξω φορτωμένα, ἀλλ᾿ οἱ ἀστυνομικοὶ ἐμπόδιζαν.
Ὁ λαὸς σηκώθηκε στὸ πόδι καὶ πῆγε νὰ διαμαρτυρηθῇ εἰς τὸν Μητροπολίτην καὶ εἰς τὸν διοικητήν.
Ἀλλ᾿ ἡ κ. Μαλακούση, μία σεβαστὴ καὶ ἡλικιωμένη Ἑλληνίς, εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁποίας εἶνε τὸ κτίριον, ἐκαταλάβε πῶς οἱ Τοῦρκοι δὲν θὰ δώσουν ἀπόφασιν διὰ νὰ μὴ δυσαρεστήσουν τοὺς ἀρνησιπάτριδας.
Ἀντὶ νὰ πάῃ καὶ αὐτὴ στὸ διοικητήριο, ἁρπάζει ἕνα μπαλτᾶ, φωνάζει καὶ ἄλλαις γυναῖκες καὶ πηγαίνει εἰς τοὺς Ταξιάρχας.
Οἱ ἀστυνομικοὶ εἶχαν κλείσει τὴν θύραν.
― “Ἐγὼ δὲν θὰ βάλω κανένα νοικοκύρη στὸ σπῆτι μου”, ἐφώναξε πρὸς τοὺς ἀστυνομικούς.
Καὶ βοηθουμένη ἀπὸ τὴν ἀντάξιά της κόρη, ὁρμᾷ, πιάνεται μὲ τοὺς στρατιώτας, σπρώχνει, σπρώχνεται, πέφτει, σηκώνεται καὶ φθάνει στὴ θύρα.
― Κτυπᾶτε μωρέ! φωνάζει ὁ ἀστυνόμος.
― Ἔλα σὺ νὰ κτυπήσῃς, ἀπαντᾷ ἡ γενναία γυνή.
Σηκώνει τὸν πέλεκυν καὶ μὲ ἕνα κτύπημα ἀνοίγει τὴν θύρα.
Ὅλαι αἱ γυναῖκες τὴν ζητωκραυγάζουν.
Τὰ κάρρα εἰσάγονται καὶ ξεφορτώνονται.
Καὶ οὕτω πως μὲ ἕνα κτύπημα ἡ κ. Μαλακούση ἔλυσε σὲ μιὰ στιγμὴ ζήτημα ποῦ ἤθελε χρόνια νὰ τελειώσῃ.
Εὖγε εἰς τὴν ἀληθῆ Ἑλληνίδα καὶ πραγματικὴν ἡρωΐδα κ. Μαλακούση.
Ἀς δεχθῇ τὰ συγχαρητήρια καὶ τὸν θαυμασμὸν ὅλων τῶν Ἑλλήνων.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν τοῦ συμβάντος αὐτοῦ, καὶ καλοῦ οἰωνοῦ, ἔφθασε στὴ Βέρροια ἡ εἴδησις[12] ὅτι ὅλα τὰ κτίρια, ἐκκλησίαις, νεκροταφεῖα, κλπ., ὅπου οἱ ντονμέδες (ἀρνησιπάτριδες) μὲ τοὺς ψευτορρουμάνους ἀμφισβητοῦσαν, παραδίδονται εἰς τοὺς Ἕλληνας. […]»
«Ἀκρόπολις», 30-03-1906.
3.4.- …και το Σουδάν…
«Καθ᾿ ὃν περίπου χρόνον αἱ Ἑλληνίδες τῆς Βερροίας μετὰ τοσαύτης φιλοπάτριδος καρτερίας, ἀληθινοῦ ἡρωϊσμοῦ διεξεδίκουν τὸν ναὸν τῶν Ταξιαρχῶν καὶ κατελάμβανον τελικῶς αὐτόν, ἀποδείξασαι διὰ τῆς λαμπρᾶς αὐτῶν τόλμης, ὅτι συναγωνίζονται πρὸς τοὺς ἄνδρας ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἱερῶν καὶ πατρῴων βωμῶν κατὰ τῶν ποικίλων ἐχθρῶν τοῦ Γένους, ἐν Καρτοὺμ τοῦ Σουδὰν κατανυκτικὸν ἐτελεῖτο μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ ἀγωνιζομένων.
Γεφυρώσατε τὸ ἀπὸ Βερροίας μέχρι Σουδὰν διάστημα καὶ μὴ συγκινηθῆτε, ἂν δύνασθε, ἐκ τοῦ λαμπροῦ θεάματος, ὅπερ παρέχει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος.
Κατὰ τὸ μνημόσυνον ἐκεῖνο ἐν τῇ καρδίᾳ σχεδὸν αὐτῇ τῆς Ἀφρικῆς τελεσθὲν λαμπρόν, συγκινητικόν, ἐνθουσιώδη ἐξεφώνησε λόγον ὁ προϊστάμενος τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας Καρτοὺμ καὶ ἀρχιμανδρίτης κ. Γεννάδιος Γιανναγκᾶς[13], ἀληθὴς στρατιώτης ἅμα τοῦ ἔθνους καὶ λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου ἀναδεικνυόμενος ἐν ταῖς ἐσχατιαῖς ἐκείναις.»
«Ἀγών», 09-03-1906.
[1] Εὐριπίδης, Ἑλένη, 729-730.
[2] η Εκκλησία των Ταξιαρχών, πριν την καταβροχθίσει η πυρκαϊά του 1864, έκειτο (όπως φαίνεται στον χάρτη («Σχέδ. 2») και στο σχετικό υπόμνημα, που παραθέτει ο αείμνηστος Θανάσης Παπαζώτος στο μνημειώδες έργο του «Ἡ Βέροια καὶ οἱ Ναοί της (11ος-18ος αἰ.) / Ἱστορικὴ καὶ Ἀρχαιολογικὴ Σπουδὴ τῶν Μνημείων τῆς Πόλης», ἔκδ. τοῦ Ταμείου Ἀρχαιολογικῶν Πόρων καὶ Ἀπαλλοτριώσεων, Ἀθήνα, 1984, σ. 72-73), στην βορειοανατολική πλευρά του Αγίου Αντωνίου, κοντά στην επί της οδού Βενιζέλου σημερινή έξοδο του αυλογύρου του Αγίου Αντωνίου, μπροστά από την νυν αίθουσα της “Τράπεζας Αγάπης” (το συσσίτιο) της Ιεράς Μητροπόλεώς μας.
[3] Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, διαπιστωνόταν η ανάγκη αποπερατώσεως του διδακτηρίου, του οποίου πάντως δεν εβράδυνε να εκλείψει ο λόγος ύπαρξης:
«Τὰ ζητήματα Βερροίας
Ἡ χθεσινὴ συνεργασία Καλλιγᾶ καὶ Παπαδάκη
Ὁ βουλευτὴς Βερροίας κ. Παπαδάκης ἐπεσκέφθη χθὲς ἑσπέρας τὸν ἀναπληρωτὴν Γενικοῦ Διοικητοῦ κ. Καλλιγᾶν, μετὰ τοῦ ὁποίου συνειργάσθη διὰ μακρῶν… […] ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐνέκρινε πρότασιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων Βερροίας περὶ συστάσεως διδακτηριακῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κάτω Βερμίου, ἐκ τῶν κ.κ. Περδίκη, Ν. Δασκαλοπούλου, Πεντεφούντα καὶ Σαμαρᾶ, ἥτις θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ διδακτηρίου τοῦ ἄνω συνοικισμοῦ.»
«Μακεδονία», 25-04-1931.
[4] Ἀναστάσιος Ἐμμ. Χριστοδούλου, Ἡ συμβολὴ τῆς Βεροίας εἰς τὸν Μακεδονικὸν Ἀγῶνα 1902-1908, Βέροια, Σεπτέμβριος 1965, σ. 59.
[5] Κωνστάντιος Ισαακίδης (1837-1907), Μητροπολίτης Βεροίας και Ναούσης (από 15-07-1895 έως 03-06-1906, οπότε και εξελέγη Μητροπολίτης Γάνου και Χώρας, απ’ όπου παραιτήθηκε μόλις δυο μήνες αργότερα), για τον οποίο ο Α. Χριστοδούλου επιφυλάσσει κάθε άλλο παρά επαινετικές αναφορές, παραπέμποντας σε όσα του καταμαρτυρούν οι σχετικές με τα επεισόδια της 27ης Φεβρουαρίου ανταποκρίσεις των τότε εφημερίδων της Θεσσαλονίκης:
«8 Μαρτίου 1906. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀρνήσεως τοῦ Μητροπολίτου Βεροίας Κωνσταντίου, ὅπως δεχθῇ τὴν μετάθεσίν του εἰς τὴν χηρεύουσαν θέσιν Βάρνης, ὁ Ἑλληνικὸς Τῦπος τῆς Θεσσαλονίκης κακίζει τὴν ἄρνησιν ταύτην καὶ χαρακτηρίζει αὐτὴν ἀπείθειαν.
Προσθέτει δὲ ὅτι ἡ Βέροια ἔχει σήμερον λόγῳ τῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην συνθηκῶν, ἀνάγκην πνευματικοῦ πατρὸς ἱκανοῦ καὶ δραστηρίου, ἐνῶ ὁ Μητροπολίτης λόγῳ τοῦ προβεβηκότος τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἀδυναμίας πνευματικῆς καὶ σωματικῆς δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τοῦ ποιμνίου του.
Παρίσταται ἀνάγκη προσθέτει μία ἐφημερίς, ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης νὰ ἐκβιάζεται ἑκάστοτε ἀσεβῶς ὑπὸ τῶν παρ᾿ αὐτοῦ ποιμενομένων ὅπως κινηθῇ ὀλίγον, ἵνα κατόπιν καταπέσῃ εἰς βαθυτάτην νάρκην καὶ ἀπαθεστέραν ἀδράνειαν.» (: Ἀ. Χριστοδούλου, ό.π.).
[6] τακρίρι(ον) = αναφορά, υπόμνημα (τουρκ. takrir).
[7] Ακριβώς ένα μήνα πριν, στις 29 Ιανουαρίου 1906, η ελληνική εφημερίδα «Πατρίς» του Βουκουρεστίου στην -υπό τον τίτλο «Τὰ τελευταῖα διπλωματικὰ ἔγγραφα τῆς ρωμουνικῆς βίβλου»- σειρά των δημοσιευμάτων της έφερε, μεταξύ άλλων, στο φως σημεία της από 20-08-1905 έκθεσης του Πρέσβη της Ρουμανίας στην Αθήνα, στην οποία αποκαλύπονταν οι εκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης (του τότε Πρωθυπουργού και Υπουργού Εξωτερικών Δημητρίου Ράλλη**) για τον Μητροπολίτη Κωνστάντιο και οι -από τότε- ενέργειές της για την μετάθεσή του από την Βέροια:
«Τὰ τελευταῖα διπλωματικὰ ἔγγραφα τῆς ρωμουνικῆς βίβλου
Τὰ τελεσίγραφα τοῦ ἑλληνικοῦ κομιτάτου***
Ἡ δρᾶσις τῶν ἑλληνομακεδονικῶν σωμάτων.- Αἱ ἐνέργειαι τοῦ κ. Ράλλη
Ὁ Πρέσβης τῆς Ρωμουνίας**** ἐν Ἀθήναις.
Πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἱς Βουκουρέστιον.
Ἀθῆναι, 20 Αυγούστου 1905
[…] ὁ κ. Ράλλης πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν εἶπεν εἰς Γάλλον δημοσιογράφον ἐλθόντα ἐνταῦθα πρὸς μελέτην τῆς Μακεδονικῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἡ Τουρκία δέον νὰ εὐχαριστῇ τῇ Ἑλλάδι, διότι ἐὰν αὕτη ἀπὸ τοῦ 1903 διατηρεῖται ἐν Μακεδονίᾳ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δρᾶσιν. Ἡ αὐτή δραστηριότης ἀναπτύσσεται ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Τουρκίᾳ διὰ τῆς ἐν Κων/πόλει Πρεσβείας, ἡ ὁποία ἀντιθέτως πρὸς ὅσα μοὶ ἔλεγε κατόπιν, ὅτι δὲν ἀναμειγνύεται εἰς τὰς ὑποθέσεις τοῦ Πατριαρχείου, ἐνεργεῖ ἐπ᾿ αὐτοῦ πρὸς μετάθεσιν τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Βερροίας καὶ τῆς Αἴνου*****, οἱ ὁποῖοι φαίνεται ὅτι δὲν εἶνε ἀρκετὰ δραστήριοι καὶ δὲν ὑπακούουν τοὺς Ἕλληνας Προξένους. […]»
«Πατρίς», 29-01-1906.
[** Δημήτριος Ράλλης (1844-1921), πεντάκις Πρωθυπουργός και Υπουργός (υπό άλλους Πρωθυπουργούς)• στην 3η κατά σειρά πρωθυπουργία του (από 12 Ιουν. έως 08 Δεκ. 1905) κατείχε ταυτόχρονα και το αξίωμα του Υπουργού των Εξωτερικών• πατέρας του κατοχικού «Πρωθυπουργού» Ιωάννου Ράλλη, και παππούς του μετέπειτα Πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη.]
[***«Σύστασις Κομιτάτου
Ἡ Ἑλληνικὴ Κοινότης Βερροίας συνέστησεν κομιτάτον κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς προπαγάνδας, ἥτις τῇ μεσολαβήσει τῆς Ἰταλίας εἶχε ἀγοράσει κτῆμά τι παρ᾿ Ὀθωμανῶν διὰ σχολεῖον ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες πλειοδοτήσαντες κατὰ 40 λίρας τὸ ἠγόρασαν, ἐπίσης ἠγόρασαν καὶ 8 οἰκίας Ἑλλήνων ἃς ἐπρόκειτο ν᾿ ἀγοράσωσιν οἱ Ρωμοῦνοι.»
«Ὁ Νέος Αἰών», 21-11-1904.]
[****«Ο πρέσβης της Ρουμανίας στην Αθήνα, I. Papiniu, ζήτησε με μια σειρά διαβημάτων από τον έλληνα πρωθυπουργό Δημήτριο Ράλλη τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1905 να περιορίσει η Ελλάδα τη δράση των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων στη Μακεδονία και να ασκήσει την επιρροή της στον Οικουμενικό Πατριάρχη, ώστε ο τελευταίος να μην αντιταχθεί στις παραχωρήσεις που όριζε το irade {= το σουλτανικό διάταγμα για την αναγνώριση της “κουτσοβλαχικής εθνότητας” στην Οθωμανική Αυτοκρατορία}. Σε διαφορετική περίπτωση απείλησε με αντίποινα εναντίον των Ελλήνων της Ρουμανίας. Η επίσημη ελληνική άποψη ήταν ότι οι Έλληνες στη Μακεδονία βρίσκονταν σε θέση άμυνας, ότι ήταν υπόθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η επιβολή της τάξης στη Μακεδονία και ότι ήταν αδιανόητη ελληνική παρέμβαση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ώστε να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη οι Ρουμάνοι. Η Ρουμανία επισήμανε ότι τα ελληνικά ανταρτικά σώματα συγκροτούνταν στην Ελλάδα και κατηγορούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση και τους μακεδονικούς συλλόγους.» (: Σπυρίδων Σφέτας, Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνο-ρουμανικών σχέσεων (1866-1913), «Μακεδονικά», τ. 33 (2001-2002), έκδ. της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, σ. 39-40).]
[***** Λεόντιος Ελευθεριάδης ( ; - 1918), Μητροπολίτης Αίνου από 08-08-1903 έως 27-01-1907, οπότε παύθηκε, προς επιβεβαίωση των (τουλάχιστον από Αυγ. 1905) διατυπωθεισών (για τον ίδιο και για τον Βεροίας Κωνστάντιο) προρρήσεων και εκτιμήσεων του Δημητρίου Ράλλη περί ανεπαρκούς δραστηριότητας και μη συνεργασίας με τους “Ἕλληνας Προξένους”• ενώ ήδη του είχαν προσάψει αδράνεια και έναντι της βουλγαρικής προπαγάνδας, κατά την διάρκεια της προγενέστερης ποιμαντορίας του στην Μητρόπολη Μελενίκου (από 29-04-1899 έως 15-02-1901, οπότε μετετέθη στην Μητρόπολη Κασσανδρείας, - έχοντας συνυποψήφιο τον τότε Αρχιμανδρίτη και μετέπειτα Μητροπολίτη Βεροίας και Ναούσης Καλλίνικο Δελικάνη).]
[8] Ευδοξία Μαλακούση (1838-1910), η μεγάλη ευεργέτις της Βέροιας, κτιτόρισσα του Αγίου Αντωνίου• την ημέρα που σήκωσε τον πέλεκυν και αντιμετώπισε την οθωμανική αστυνομία ήγε το 68ο έτος της ηλικίας της, ήταν δηλαδή συνομήλικη του (τότε) 69ετούς Μητροπολίτη Κωνσταντίου, υπέρ του οποίου ο Α. Χριστοδούλου αναγνωρίζει το «ελαφρυντικό» της προβεβηκυίας ηλικίας (η οποία, πάντως, δεν εμπόδισε την «σεβασμία γραῖα» να θραύσει τας θύρας).
[9] Το Πατριαρχείο όπως φαίνεται (ανωτ. σημ. 5, 7) μερίμνησε αμέσως, και παρά τα αρχικώς γραφέντα…
«Ποῖος θὰ διορισθῇ Μητροπολίτης Βερροίας
Δὲν ἔχεται ἀκριβείας τὸ γραφὲν ὅτι πιθανώτερος ὑποψήφιος διὰ τὴν μητροπολιτικὴν ἕδραν Βερροίας εἶνε ὁ σχολάρχης τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς πανιερ.{ώτατος} μητροπολίτης Σταυρουπόλεως κ. Χριστοδούλου. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τῇ Α.(ὐτοῦ) Πανιερ.{ότητι} προὐτάθη ἡ μητροπόλις Βερροίας καὶ ἐγένετο σχεδὸν ἀποδεκτή, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἄλλαι σκέψεις ἐπεκράτησαν καὶ ἐδόθησαν τῷ κ. σχολάρχῃ ὑποσχέσεις διὰ θέσιν ἐν ἐπαρχίᾳ ἀπηλλαγμένη πολλῶν φροντίδων. Ἡ πλήρωσις τῆς μητροπόλεως Βερροίας θὰ γείνῃ διὰ σειρᾶς μεταθέσεων καθ᾿ ἃς θὰ ἐξευρεθῇ καὶ ἕδρα τις μὴ πολυμέριμνος.»
«Ἔθνος», 12-06-1906.
…ο εξ αρχής «πιθανώτερος ὑποψήφιος» Απόστολος Χριστοδούλου (1856-1917) διαδέχθηκε τον Κωνστάντιο στον «πολυμέριμνον» θρόνο της Μητροπόλεως Βεροίας (από 29-06-1906 έως 26-08-1909).
[10] Δηλαδή, η δικαστική αναγνώριση της κυριότητας των περί τους Ταξιάρχες ακινήτων υπέρ της Ευδοξίας Μαλακούση είχε συντελεσθεί (ενδεχομένως πολύ) πριν από την πυρκαϊά «τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1898 «καθ᾿ ἣν ἀπετεφρώθη ὁ Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Αγίου Ἀντωνίου» [: «τὴν ἑπομένην» της πυρκαϊάς η Ευδοξία «κατῆλθε τῆς οἰκίας της, εἰς τὸ ἡγουμενεῖον, ἐκάλεσε τὸν συμβολαιογράφον καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐκκλησίας, μετεβίβασεν εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν της.» (: Ἀναστάσιος Χριστοδούλου, Ἱστορία τῆς Βεροίας, Βέροια, 1960, κεφ. Εὐεργέται καὶ Δωρηταί, ὑποκεφ. Εὐδοξία Ἰ. Μαλακούση, σ. 89)• «Ἡ περιουσία της ἐκτιμηθεῖσα εὑρέθη ἔχουσα 5.000 χρυσῶν λιρῶν.» (: Ἀ. Χριστοδούλου, ό.π., κεφ. Ὁ Ιερὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου παρανάλωμα τοῦ πυρὸς / Ἡ μεγάλη εὐεργέτις Εὐδοξία Μαλακούση, σ. 59)].
[11] καβάσης = φρουρός, φύλακας, θυρωρός (τουρκ. kavas).
[12] «Ἡ παράδοσις τῶν ἁρπαγέντων ναῶν τῆς Βερροίας
Ἡ Πύλη ἔλυσεν ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων τὸ ζήτημα τῶν ναῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπεπειράθησαν ν᾿ ἁρπάσωσιν οἱ ρωμουνίζοντες, ὁ δὲ καϊμακάμης τῆς Βερροίας διετάχθη νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινότητα τὰ μέχρι τοῦδε σφετερισθέντα ἢ ἀμφισβητούμενα καὶ διεκδικούμενα ὑπὸ τῶν ρωμουνιζόντων, ἤτοι τὸν Ἅγιον Προκόπιον, τὰ Μνηματάκια καὶ πάντα τὰ κοινά. Ἀφίεται μόνον προσωρινῶς, ἄνευ κελλίων καὶ περιοχῆς, ὁ ναὸς τῆς Ἔξω Παναγίας, ὅπως ἐκκλησιάζωνται οἱ ὀλίγοι ρωμουνίζοντες. Καὶ τοῦτο κατ᾿ ἐπιείκειαν τοῦ οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μέχρις ὅτου μεταγνώσωσιν ἐπὶ τέλους.»
«Ἑλληνισμός», 01-04-1906.
[13] Γεννάδιος Γιανναγκάς (περίπου 1870-1934), Αρχιμανδρίτης του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, με καταγωγή από το εγκαταλελειµµένο σήµερα χωριό της επαρχίας Πάφου Kάτω Παναγιά• απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής Χάλκης (1897), καθηγητής στο Αβερώφειο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας, ιεροδιδάσκαλος στις ελληνικές κοινότητες στο Xαρτούµ, στο Kέιπ Τάουν, στο Zαγαζίκ κ.α.• τακτικός συνεργάτης του περιοδικού του Πατριαρχείου Aλεξανδρείας «Πάνταινος»• «ἡ καλοκαγαθία του, ἡ πειθαρχικὴ εἰς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσις καὶ τὸ φιλελεῆμον ἦσαν παροιμιώδη ἀπανταχοῦ τῆς Αἰγύπτου καὶ τοῦ Σουδάν.» («Εκκλησία», 03-02-1934).
[οι ενδιάμεσοι ενάριθμοι υπότιτλοι οφείλονται στον γράφοντα.