Γράφει ο Γιώργος Κοτζαερίδης
συνέχεια...
Ιστορίες πόνου και θλίψης για αυτούς που χάθηκαν και για τις προγονικές εστίες που εγκαταλείφθηκαν.
Ίσως οι φιλονικίες να ήταν κάποιο ξέσπασμα από την τεράστια συναισθηματική φόρτιση της στιγμής και όχι επειδή είχαν κάτι να
μοιράσουν.
Τον πόνο αυτόν τον ένοιωθα κάθε βράδυ ακούγοντας τις ιστορίες του παππού του Αρναούτη ο οποίος μας καθήλωνε με τις αφηγήσεις του.

Μόνο που ορισμένες φορές το παράκανε, ιδίως όταν του περνούσε ο συναισθηματισμός και άρχιζαν οι ιστορίες με τα ξωτικά, τις νεράιδες τους χοτλάχηδες και τις ταβάρες οι οποίες παραφύλαγαν στα ορμάνια ή έρχονταν τα βράδια στα σπίτια και αλίμονο σε αυτόν που κοιμόνταν ανάσκελα, και μάλιστα ασκέπαστος.
Χοροπηδούσαν πάνω στο στήθος του μέχρι να σκάσει και έφευγαν με το πρώτο φώς του ήλιου για να ξανάρθουν το άλλο βράδυ.
Άμ οι χοτλάχηδες? Πού την μέρα κρύβονταν μέσα στα παχνιά και το βράδυ εμφανίζονταν στους δρόμους και αλίμονο σε αυτούς που συναντούσαν διότι τους ρουφούσαν το αίμα.
Έτσι τα περισσότερα βράδια κουκουλωμένοι κάτω από το χοντρό πάπλωμα ιδρώναμε και τρέμαμε από τον φόβο μήπως έρθουν οι ταβάρες και οι χοτλάχηδες να μας βασανίσουν.
Ανέφεραν συχνά την περιπέτεια του Αμπατζή και της Αμπατσιορίνας με τους χοτλάχηδες. Πήγε ο παππούς Αμπατζής στον φούρνο να αλέσει αλεύρι και επειδή δεν τελείωσε είπε τον μυλωνά να κοιμηθεί εκεί το βράδυ.
Ο μυλωνάς του είπε ότι το βράδυ συγκεντρώνονταν στον μύλο οι χοτλάχηδες, οι ταβάρες, οι νεράιδες και όλα τα ξωτικά και χόρευαν.
Αλίμονο δε, αν συναντούσαν κάποιον άνθρωπο, του ρουφούσαν το αίμα. Δεν τον πίστεψε ο Αμπατζής τον κορόιδεψε και παρέμεινε το βράδυ στον μύλο.
Γύρω στα μεσάνυχτα άρχισαν να εμφανίζονται οι χοτλάχηδες και οι ταβάρες χορεύοντας και τραγουδώντας. Έντρομος ο Αμπατζής στριμώχθηκε σε μια γωνία και παρακολουθούσε το θέαμα.
Ξαφνικά είδε στο πάτωμα το μεσοφόρι της Αμπατζιορίνας.
Τι γύρευε εκεί? Ρίχνει πάνω του λίγο αλεύρι και το σταυρώνει.
Την άλλη μέρα τρομαγμένος πάει στο σπίτι και εξηγεί τα καθέκαστα στην γυναίκα του. Δεν τον πίστεψε. Ζήτησε να του φέρει το μεσοφόρι της και τότε είδαν πάνω του το σχήμα του σταυρού.
Θάμαξε όλο το χωριό και έκτοτε δεν κυκλοφορούσε κανείς μετά τα μεσάνυχτα.
Θυμάμαι που όταν αρρωσταίναμε και είχαμε πυρετό μας έστελνε στην βρύση της Τασίας ή στο Αγίασμα της Αγίας Παρασκευής που ήταν έξω από το χωριό, μέσα σε μία χαράδρα.
Εκεί κόβαμε μία κλωστή από τα ρούχα μας και την δέναμε πάνω στους θάμνους που ήταν γύρω από την βρύση.
Με την ενέργειά μας αυτή διώχναμε την αρρώστια από πάνω μας και την μεταφέραμε στον θάμνο.
Καλός άνθρωπος ο παππούς, λίγο πεισματάρης, γεγονός που του χάρισε το παρατσούκλι Αρναούτης δηλαδή Αλβανός.
Πέθανε σε μεγάλη ηλικία 93 ετών διατηρώντας μέχρι αυτήν την ηλικία τα χαρίσματά του δηλαδή το Αρναουτίσιο πείσμα του αλλά και την αγάπη του για την αξέχαστη πατρίδα του την Κουρούντερε.
Εγώ δεν στάθηκε δυνατό να τον πάω στο χωριό, πραγματοποιώντας την διακαή επιθυμία του. Δεν το έβαλε όμως κάτω και λίγα χρόνια πριν πεθάνει κατάφερε να πάει στην Τουρκία με τον γιο του, τον γιατρό τον Παύλο, για να επισκεφθεί τον τόπο που γεννήθηκε .

Ύστερα ηρέμησε και πέθανε ήσυχος, αφού μπόρεσε, να προσκυνήσει τα Άγια χώματα της γενέτειράς του της Κουρούντερε. Ο θείος Παύλος περιγράφει μια στιγμή κατά την οποία ο παππούς στάθηκε στον χώρο που βρίσκονταν η εκκλησία, απέναντι από το σχολείο, μέτρησε 3 βήματα πάνω, τρία βήματα κάτω και φώναξε.
«Αδακά έν θαμένος ο πατέραμ».
Θυμόταν επακριβώς τον τόπο που είχαν θάψει τον πατέρα του και τον θείο του. Σχεδόν όλοι οι Πόντιοι παππούδες του χωριού όταν τους συναντούσα στο καφενείο και τους ζητούσα να μου διηγηθούν ιστορίες από την πατρίδα τους, μου εξέφραζαν την επιθυμία τους να επισκεφθούν τα Άγια χώματα που είχαν εγκαταλείψει.
Αυτό το καλοκαίρι ήρθε επιτέλους η σειρά να εκπληρώσω την υπόσχεση που έδωσα στον πάππο μου και να επισκεφθώ το χωριό του. Γεμάτος περίεργα συναισθήματα χαράς και ανυπομονησίας ξεκίνησα το ταξίδι για την προγονική γη.
Ένα ταξίδι στα ιερά χώματα του Ατάπαζαρ.
Οι προετοιμασίες για το μεγάλο ταξίδι είχαν αρχίσει προ πολλού.
Ξεπέρασα και την γκρίνια της μάνας μου, της κυρά –Γραμμάτας η οποία μόλις έμαθε ότι θα πάω στην Τουρκία με στόλισε με τα καλύτερα Τούρκικα κοσμητικά επίθετα, τα οποία βέβαια ταίριαζαν και στην περίπτωση «μπουνταλά, σερσερή, αβανάκη. Θα σε σφάξουν οι Τούρκοι, δεν πρέπει να τους έχεις εμπιστοσύνη» ήταν οι επισημάνσεις της.
Το καλό ήταν ότι έμαθα όλες τις Τούρκικες βρισιές, που τις χρησιμοποιούσαν και οι παππούδες και έτσι αν με έβριζαν οι Τούρκοι θα
μπορούσα να τους καταλάβω.
Όταν έφθασε η πολυπόθητη μέρα του ταξιδιού αποχαιρέτησα γυναίκα και παιδιά και ξεκίνησα μαύρα χαράματα, για να προλάβω να φθάσω γρήγορα στα σύνορα.
Μέχρι τα σύνορα το ταξίδι μου ήταν καλό. Η Νέα Εγνατία οδός που συνδέει την Βέροια με την Αλεξανδρούπολη σου προσφέρει άνεση οδήγησης. Μόνο μη σου έρθει κάποια σωματική ανάγκη ..διότι κάηκες.
Πουθενά δεν υπάρχει ένας χώρος στάθμευσης για να σταματήσεις και να ξεκουραστείς. Αναγκάζεσαι να βάλεις τα φώτα συναγερμού, να σταματήσεις στην άκρη του δρόμου και να εύχεσαι να αποφύγεις την μοιραία στιγμή που θα έρθει κάποιος απρόσεκτος οδηγός να πέσει πάνω σου.
Άσε που μέχρι τα σύνορα δεν υπάρχει κανένα βενζινάδικο και αναγκάζεσαι να φύγεις από την Εγνατία οδό για να βάλεις βενζίνη σε κάποιο διπλανό χωριό.
Τις συγκρίσεις με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες καλύτερα να τις αποφεύγουμε.
Στην Γερμανία, κάθε 50 χιλιόμετρα υπάρχουν χώροι στάθμευσης με παγκάκια για να ξεκουράζεσαι, και τουαλέτες εξυπηρέτησης για τις διάφορες ανάγκες.
Ευτυχώς όμως που είχα γεμίσει το ντεπόζιτο του αυτοκινήτου με καύσιμα από την προηγούμενη μέρα και δεν συνάντησα τέτοιο πρόβλημα.
Πλησιάζοντας προς την Ξάνθη άρχισα να κουράζομαι και μέσα στην μαύρη νύχτα σταμάτησα σε μια άκρη του δρόμου, κατέβασα τις ασφάλειες του αυτοκινήτου, άναψα τα φώτα συναγερμού και αποκοιμήθηκα.
Με ξύπνησαν χτυπήματα στο παράθυρο. Πετάχτηκα τρομαγμένος και είδα στο παράθυρο μια άγρια φάτσα να θέλει κάτι να μου πει.
Ήρθε το τέλος μου σκέφθηκα και αναρωτήθηκα πως πρέπει να αμυνθώ.
« Ιστάνμπουλ ? Ιστάνμπουλ γιόλ νέρντε».
Ήρθε η καρδιά στην θέση της. Ο άνθρωπος ήταν Τούρκος μετανάστης και πήγαινε στην πατρίδα του. Ρωτούσε για τον δρόμο.
Του είπα «ντογρού» και έφυγε αφού με ευχαρίστησε «Τεσεκιούρ εντερίμ».
Μετά αυτό το περιστατικό δεν είχα διάθεση να κοιμηθώ και συνέχισα το ταξίδι μου. Έφθασα στα σύνορα σε 4-5 ώρες και μετά από τις τυπικές διαδικασίες ελέγχων πέρασα στο έδαφος της Τουρκίας.
Από την στιγμή που περνάς τα σύνορα και βρίσκεσαι στο έδαφος της Τουρκίας, σε πιάνει ένα ρίγος συγκίνησης και ένας φόβος σε διακατέχει καθ’ όλη την διάρκεια του υπόλοιπου ταξιδιού.
Συγκίνηση, διότι πατάς τα ιερά χώματα όπου εδώ και χιλιάδες χρόνια κατοικούσαν Έλληνες, αλλά και φόβος διότι έρχεσαι σε επαφή με τους ανθρώπους οι οποίοι εξεδίωξαν τους Έλληνες αυτούς από τις προγονικές τους εστίες.
Και μη ξεχνάμε βέβαια τις αφηγήσεις των παππούδων μας για την βαρβαρότητα των Τούρκων κατά την Μικρασιατική Καταστροφή, ούτε και τα παλιά σχολικά βιβλία που τους παρουσιάζουν βάρβαρους αδίστακτους και απολίτιστους.





