ΑΠΟ ΤΗ «γιομάτη ἀντιθέσεις» ΒΕΡΟΙΑ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗ «Βέρροια»

ΑΠΟ ΤΗ «γιομάτη ἀντιθέσεις» ΒΕΡΟΙΑ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗ «Βέρροια»

Του Απόστολου Ιωσηφίδη

1.- Ο εξ Αμερικής επισκέπτης.


Τον Φεβρουάριο του 1931 ο απεσταλμένος της ομογενειακής εφημερίδας «Ἐθνικὸς Κῆρυξ» (της Νέας Υόρκης) επισκέπτεται την Βέροια. 

Ενθουσιάζεται με την Εληά, την Πλατεία Γεωργίου Α΄ {= Ωρολογίου} και τη Μπαρμπούτα, επισημαίνει τις προσπάθειες των κατοίκων για πρόοδο (δημοτική, εξωραϊστική, εμπορική, τουριστική), ιχνηλατεί τους τοπικούς μύθους, την ιστορία και τις παραδόσεις της πόλης, κι εντυπωσιάζεται, από την πρώτη στιγμή, με τις αντιθέσεις της: υποδεικνύει αδυναμίες και ασχήμιες που ενοχλούν, και υμνεί το φυσικό της περιβάλλον, την οργιαστική της βλάστηση, τις “ὠμορφιὲς” και τα ποτάμια της. 

Και για να προβάλλει εντονότερα (με την επικουρία μιας αναγνωρισμένης υπογραφής) τα πλεονεκτήματα και τις χάρες της, παραμερίζει, προς στιγμήν, την δημοσιογραφική αποτύπωση κι επιστρατεύει την πένα του ποιητή: παραθέτει τις δυο πρώτες στροφές από το ποίημα «Βέρροια» του διάσημου μουσικού Αιμίλιου Ριάδη[1]• - ήταν αυτό ακριβώς το ποίημα που μόλις τρία χρόνια πριν (1928) είχε βρεθεί στην κορυφή μιας σφοδρής, δια του τύπου, αντιπαράθεσης μεταξύ των Θεσσαλονικέων ποιητών• ενός λογοτεχνικού καυγά, δηλαδή, τον οποίο πυροδότησε μια κριτική του Ριάδη, και ο οποίος κατέληξε στην ανατομία της ριαδικής «Βέρροιας» από τον Βαφόπουλο[2]. 

Αλλά, ας συνοδεύσουμε πρώτα τον επισκέπτη του 1931 στην περιήγησή του:


2.- «Αἱ ἀντιθέσεις».

«Ἀπὸ τὴν Βέρροιαν

Ἡ καταπράσινη Βέρροια καὶ αἱ ἀντιθέσεις της

Βέρροια, Φεβρουάριος.-  Ἡ παληὰ αὐτὴ Μακεδονική πόλις εἶναι γιομάτη ἀντιθέσεις. Μέσα σ᾿ αὐτὴν παλαίουν, ὄχι ἤρεμα, ἀλλά, σὰν μὲ γροθιές, δύο κόσμοι. Βέβαια, πάντα ὁ παληὸς κι᾿ ὁ νέος. Μὰ κι ἡ ὠμορφιὰ μὲ τὴν ἀσχήμια. Εἴμαστε βέβαιοι πὼς στὸ τέλος θὰ νικήσῃ ἡ ὠμορφιὰ κι᾿ ὁ νέος κόσμος, ἡ σύγχρονη καὶ πολιτισμένη ἀντίληψις.

Ἐδῶ ἡ καταπράσινη φύσις, τὰ νερά, τὰ φουντωτὰ δένδρα, ἕνα θαῦμα τῆς δημιουργίας ὀργᾷ καὶ ὀργιάζει. Καὶ λίγο πειὸ πέρα οἱ ἀκάθαρτοι, ξηροὶ καὶ μονότονοι δρόμοι μᾶς κάνουν νὰ στενοχωρούμεθα καὶ νὰ γεμίζουμε ἀπὸ ἀνίαν. Ἐδῶ ἡ κατάχλωρη, κατάλευκη, μὲ σύγχρονα σπίτια πλατεῖα τῆς Ἐληᾶς, μὲ θέαν καὶ μὲ ὠμορφιὰ μᾶς ἀνοίγει τὴν γλυκειὰ ἀγκάλη της. Καὶ κεῖ, πειὸ πλάϊ, ὀλίγα βήματα πειὸ πέρα, στενοὶ δρόμοι μᾶς πνίγουν καὶ παληὰ τούρκικα σπίτια μὲ ἑτοιμόρροπα σαγνισίνια, σκύβουν ἀπὸ πάνω μας σὰν νὰ μᾶς ἀπειλοῦν…

Ἀνεβαίνουμε ἀπὸ τὸν σταθμὸ τοῦ σιδηροδρόμου στὴν πόλι. Ἡ φύσις πρόσχαρη καὶ κατάχλωρη μᾶς ὑποδέχεται. Μὰ ὅταν μπαίνουμε στὴν πόλι, ὅλα τὰ ξεχνᾶμε. Στενὰ δρομάκια στριφογυρίζουν ἀπεγνωσμένα. Ἀνώμαλοι, στριφτοὶ δρόμοι μᾶς πνίγουν… Ὁ κεντρικὸς δρόμος τῆς ἀγορᾶς, παληὸ καλντιρίμι κι᾿ αὐτός, εἶναι ξεκοιλιασμένος[3].

Φκιάνεται τὸ ὑδραγωγεῖο ποὺ περνᾷ ἀπὸ κάτω. Γι αὐτὸ ἡ κυκλοφορία τῶν αὐτοκινήτων καὶ κάθε ἄλλη κίνησις μετατίθεται στὰ στενά, στὰ ἀνώμαλα καὶ στριφογυριστὰ στενά.

Σὲ μερικὰ σημεῖα τὰ πλατάνια ὑψώνονται μέσα στὴν πόλι, τὰ ἄνθη στὰ παράθυρα καὶ τὰ μπαλκόνια, κάποια γραφικὰ μαγαζάκια σκορπίζονται σὰν δροσερὲς εἰκόνες παληᾶς σχολῆς, σὰν θύμισις κόσμου παληοῦ, ἀλλὰ ὄμορφου… Μὰ σὲ ὅλα τἄλλα ὑπάρχει τὸ παληό, μὰ ὄχι τὸ γραφικό. Κάτι ποὺ πρέπει πειὰ νὰ φύγῃ[4].

Ποτάμια καὶ χείμαρροι περνοῦν μέσα στὴν πόλι καὶ τῆς δίνουν ἕνα θέαμα δροσιᾶς καὶ χάρης. Μὰ καὶ ὅλη ἡ πόλις γύρω-γύρω δένεται, πνίγεται ἀπὸ φουντωτὴ πρασινάδα. Σὰν νὰ ζῇ μέσα σ᾿ ἕνα δροσερὸ μπουκέτο αὐτὴ ἡ πόλις…

*-*-*

Ἕνας εὐγενικὸς νέος, ποὺ φίλος δημοσιογράφος μᾶς ἔδωσε γιὰ συνοδό, μᾶς ἔδειξε τὰ γραφικώτερα σημεῖα τῆς Βέρροιας. Εἴδαμε καὶ τὴς παληὲς γειτονιὲς μὲ τὰ τουρκόσπιτα, μὰ εἴδαμε καὶ τοὺς δύο μεγάλους πνεύμονας τῆς πόλεως• τὴν Πλατεῖα τῆς Ἐληᾶς καὶ τὴν Πλατεῖαν τῶν Δικαστηρίων.

Ἡ πλατεῖα τῆς Ἐληᾶς εἶναι ἕνα πάρκο κρεμασμένο σὰν μιὰ ταράτσα στὴν ἄκρη τῆς Βέρροιας. Γύρω-γύρω ὤμορφα σπίτια εἶναι κτισμένα καὶ στὴ μέση ἕνας κατάχλωρος, καλλιεργημένος μὲ ἐπιμέλεια Δημοτικὸς Κῆπος, καὶ στὴν ἄκρη, πλάϊ στὸ γκρεμό, ἕνα καφενεδάκι καὶ καρέκλες κάτω ἀπὸ τὰ δένδρα. Ἐκεῖ ἄλλοτε ἦτο καὶ μιὰ ἐληά. Σ᾿ ὅλη τὴν περιφέρεια τῆς Βερροίας σήμερα, ἐλαιόδενδρα δὲν ὑπάρχουν. Ἐκεί φαίνεται πὼς κάποια ὑπῆρχε κάποτε. Κι ἔτσι ἔμεινε τὸ ὄνομα στὴν πλατεῖα.

Ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ τὸ θέαμα εἶναι ἀξιόλογο. Πλατὺς ἀνοίγεται κάτω ὁ κάμπος[5]. Ὁ κάμπος ποὺ σχίζεται στὴ μέση ἀπὸ τὸν Ἀλιάκμονα καὶ ποὺ τραβάει δεξιὰ πρὸς τὴν Κατερίνη, ἀριστερὰ πρὸς τὰ Γιαννιτσὰ κι᾿ ἐμπρὸς πρὸς τὴν Θεσσαλονίκη. Κατὰ τὰ βράδια ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι καθαρὴ φαίνονται ἀπ᾿ ἐκεῖ καὶ τὰ φῶτα τῆς Θεσσαλονίκης…

*-*-*

Ἄλλο ἀνοιχτὸ μέρος τῆς Βέρροιας, ἄλλο πλεμόνι τῆς πόλεως εἶναι ἡ πλατεῖα Γεωργίου Α´ ἢ τῶν Δικαστηρίων.

Ἔχει τώρα ἰσοπεδωθῆ. Ἐκεῖ εἶναι τὸ θερινὸν κοσμικὸν κέντρον[6] τῆς πόλεως. Ἐκεῖ οἱ ὤμορφες τῆς Βέρροιας κάνουν τὸν περίπατό τους καὶ ἐκεῖ πλέκονται εἰδύλλια ποὺ προχωροῦν καὶ συνεχίζονται στὴν Μπαρμπούτα…

Πήγαμε καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Χαθήκαμε σὲ κάτι στενά, κατεβήκαμε ἕναν ἀπότομο κατήφορο, περάσαμε ἀπὸ ἕνα Ἑβραϊκὸ σχολεῖο[7] καὶ μπήκαμε στὴν Ἑβραϊκὴ συνοικία. Κάτι πανάρχαια ψηλά σπίτια ὑψώνονται ἐπάνω μας. Πῶς στέκονται στὰ πόδια τους αὐτὰ τὰ τεράστια ἐρείπια, τὰ χιλιομπαλωμένα, μὲ τὰ σαγνισίνια, μὲ τὴς τούρκικες καὶ ἑβραίϊκες ἐπιγραφές, μὲ τοὺς καρφωμένους τενεκέδες στὰ πλευρά τους, εἶναι ἕνα θαῦμα! Καρὰ-Ἀχμὲτ λέγεται αὐτὴ ἡ συνοικία… Κι᾿ ἔξαφνα ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ μαρτυρικὸ πηγάδι βγαίνουμε σὲ μιὰ καταπράσινη ἔκτασι γεμάτη φῶς καὶ νερά.

Ποτάμια μὲ ὁρμὴ τρέχουν ἀπὸ παντοῦ καὶ δένδρα καὶ θάμνοι ἀνεβαίνουν πρὸς τὰ ὕψη σὲ μιὰ ὀργιαστικὴ βλάστησι. Ἀπὸ πάνω τὰ παληόσπιτα τῆς Ἑβραϊκῆς συνοικίας τοῦ Καρὰ-Ἀχμὲτ δείχουν τὴν τραγικὴ φτώχια τους καὶ κάτω τὰ δένδρα ὁλοφούντωτα τὸν πλοῦτο τῶν χυμῶν τους, τὴν χαρὰ τῆς ὀργιαστικῆς των βλαστήσεως.

Τὶ ἀντιθέσεις!

Περνᾶμε ἕνα γεφύρι. Κι ἄλλες εἰκόνες ξαπλώνονται μπροστά μας. Κι ἔπειτα ἄλλο γεφύρι, ξύλινο αὐτό, ἀγροτικό, γραφικό. Ἐκεῖ εἶναι ἡ Μπαρμπούτα. Ἀντικρὺ ἕνα μαγαζάκι, θερινὸ κέντρο. Τώρα κατάκλειστο – μὲ τὴν ἐπιγραφή του “Μπαρμπούτα” καὶ πλάϊ ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ νεροῦ ὡς ἀπέναντι τὴς πλαγιές, καὶ σ᾿ ὅλα γύρω μιὰ βλάστησι ὄργιο, μιὰ χλωρωσιὰ θαῦμα.

Ἐκεῖ καὶ ὁ μουσικοσυνθέτης κ. Αἰμ. Ριάδης γίνηκε κάποτε ποιητὴς κι ἔγραψε τὸ ποίημά του γιὰ τὴν Βέρροια: 

«Ἐκείνη π᾿ ἀγαπῶ, μνήσκει στὴ Βέρροια,

στὴς νερομάνες μέσα καὶ στὰ κρυονέρια.

Τὸ σπίτι της τὸ ζώνουν καταρράχτες,

πού, χώρια τὴ βοή, θαρρεῖς σηκώνουν στάχτες!

Μὰ πάνω στὰ λιθάρια, στὴ Μπαρμποῦτα,

ακοῦς μαλλὶ νὰ λαναρίζουν τὰ λαγοῦτα…

Καὶ τραγουδοῦνε τὰ νερά τρεχάτα,

ὑφαίνοντας τὴν κάτασπρή τους στράτα…»

Σὲ τέτοιο περιβάλλον τοποθετεῖ ὁ ποιητὴς Ἐκείνην…

Ἡ Βέρροια σήμερα εἶναι μιὰ πόλις ἀρκετὰ μεγάλη. Ἔχει 16.000 κατοίκους περίπου καὶ κίνησιν ἀρκετὰ ζωηρή.

Δήμαρχός της εἶναι ὁ κ. Ἀντ. Πρωτοψάλτης[8] καὶ ὁ Δῆμος της δείχνει πολλὴν πρόοδον. Ἔχει μπῆ εἰς κίνησιν νὰ κάμῃ ἔργα, νὰ ἀνακαινίσῃ τὴν πόλιν.

Ὁ τῦπος ἐδῶ ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ δύο ἑβδομαδιαῖες ἐφημερίδες. Ἡ μία εἶναι ὁ “Ἐλεύθερος Λόγος”[9] τοῦ προδευτικοῦ ἐπιστήμονος καὶ δημοσιογράφου Κου Θρασυβούλου Σμυρλῆ καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ “Νέα Ζωὴ” τοῦ κ. Ἀντ. Μιχαηλίδη.

Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος εἶναι συγκεντρωμένος στὸν “Ἐμπορικὸν Σύλλογον”, ποὺ ἔχει πρόεδρον τὸν κ. Προκόπην Καμπίτσογλου[10].

Οἱ ἐπαγγελματίαι τῆς Βερροίας εἶναι ἑνωμένοι στὴν Ἐπαγγελματικὴν Ἕνωσι μὲ πρόεδρον τὸν κ. Ἰωάννην Καζαμπάκαν. Καὶ οἱ ἀστοί, πρόσφυγες δηλαδή, οἱ καταστηματάρχαι μεταξὺ τῶν προσφύγων ἔχουν χωριστὸ σωματεῖον μὲ πρόεδρον τὸν κ. Ἰατρόπουλον.

Ἡ πόλις ἔχει ἀρκετὰ εὐπρόσωπα καταστήματα καὶ ἕνα ξενοδοχεῖον καθαρώτατον καὶ πολιτισμένον. Εἶναι τὸ ξενοδοχεῖον “Ὄλυμπος”[11] τοῦ κ. Θ. Μαρμαρᾶ. Μπορεῖ ἡ Βέρροια νὰ καυχηθῇ γι αὐτό.

Μεγάλην κίνησιν εἰς τὴν Βέρροιαν δίδουν καὶ τὰ μεγάλα ἐργοστάσια τοῦ κ. Σωσίδη. Ἐργοστάσια παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, ποὺ φωτίζει τὴν Βέρροια, Γιαννιτσὰ καὶ μερικὰ χωριά, ἀλλὰ ἐργοστάσιον κλωστικῆς συγχρόνως. Πλῆθος ἐργατικὸν τῆς Βερροίας ζῇ μὲ τὸ ἐργοστάσιον αὐτό.

*-*-*

Ἡ καταπράσινη αὐτὴ πόλις μὲ τὰ ἄφθονα νερὰ  καὶ τὴς μύριες ἀντιθέσεις της ἔχει μεγάλη ἱστορία.

Ἀρχίζει κι αὐτὴ μ᾿ ἕνα εἰδύλλιο, γεννημένο θἄλεγε κανεὶς μέσα στὶς ὠμορφιὲς τῆς Μπαρμπούτας, πλάϊ στὰ γάργαρα νερά. Εἶναι ἕνας πανάρχαιος εἰδυλλιακὸς μῦθος, ἕνας θρῦλος, μία παράδοσις.

Μέσα στὶς ὤμορφιὲς τῆς φύσης, μέσα στῶν νερῶν τὰ φλοισβήματα καὶ κάτω ἀπὸ τὰ λαλήματα τῶν ἀηδονιῶν, λένε, πὼς στὰ μαγεμένα αὐτὰ μέρη κάποτες ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ἐρωτεύθηκαν καὶ γεννήθηκε ἡ νύμφη Βέρροια. Βέρροια θὰ πῇ, ἂν τρέξουμε στὴν πανάρχαια φθογγολογία, “νύφη τῶν νερῶν”. Ἡ ξωτικιὰ αὐτὴ πεντάμορφη, μιὰ μέρα ποὺ ἔπαιζε στὰ νερά, ἀνάμεσα στὰ φουντωτὰ δένδρα, εἶδε μπροστά της τὸν γυιὸ τοῦ Μακεδόνος, τὸν Βέρητα. Ἡ ὥρα ἦτο μαγεμένη, γεμάτη πειρασμούς… Ἐρωτεύθηκαν!

Ἐκεῖνος ἦταν βασιλιὰς καὶ κείνη τὴν ἔκανε βασίλισσα. “Βασίλισσα τῆς ὠμορφιᾶς, τῆς ἀγάπης!”. Καὶ κεῖνος μὲ τὸ ὄνομά του ὠνόμασε τὴν πόλι αὐτή, τὴν ἔχτισε γιὰ τὴν ὠμορφιὰ καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη της!

Οἱ πρῶτοι κάτοικοι τῆς Βερροίας ἦσαν Θρᾷκες, Φρῦγες. Μὰ ἔπειτα τὴν κατέλαβαν οἱ Μακεδόνες βασιλεῖς καὶ ἀπὸ τὸ 430 π.Χ. οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ κατόπιν πάλιν τὴν παρέδωσαν στοὺς Μακεδόνες. Τῷ 160 π.Χ. τὴν ἐπῆραν ἀπὸ τοὺς Μακεδόνας οἱ Ρωμαῖοι καὶ κατόπιν οἱ Βυζαντινοί.

Κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Ρωμαϊκῆς κατοχῆς, δηλαδὴ κατὰ τὸ 56 ἕως 59 μ.Χ., ἦλθεν ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ ἐκήρυξε καὶ διέδωσε τὸν Χριστιανισμόν. Ἵδρυσε, μάλιστα, καὶ τὴν πρώτην ἐδῶ Χριστιανικὴν Ἐκκλησίαν, μαζὺ μὲ τὸν Σίλαν καὶ τὸν Τιμόθεον. Καὶ σήμερα οἱ κάτοικοι τῆς Βερροίας δείχνουν ἕνα ὑψηλὸ βῆμα μὲ 5 μεγάλα σκαλιὰ καὶ βεβαιώνουν, ὅτι, κατὰ τὴν παράδοσιν, ἐκεῖ ἐδίδαξεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸν Χριστιανισμὸν στοὺς Βερροιώτας.

*-*-*

Ἡ Βέρροια ἔχει καὶ μερικὰ ἀρχαῖα. Δηλαδὴ γλυπτὰ καὶ ἐπιγραφές. Ἔχει ἀκόμη καὶ ἐρείπια ἀρχαίου Ναοῦ καὶ Ἀγορᾶς.

Σώζονται ἀκόμη καὶ δύο Βυζαντινοὶ πύργοι. Ἀπὸ αὐτοὺς μάλιστα ὁ ἕνας ἔχει ἐπισκευασθῆ καὶ διατηρεῖται καλά. Ὁ ἄλλος εἶναι ἐρειπωμένος. Ἀπ᾿ αὐτὸν ἐξεκίνησε τὸ 1190 ὁ Βυζαντινὸς αὐτοκράτωρ Ἰσαάκιος Β΄ ὁ Ἄγγελος καὶ ἐνίκησε τοὺς Βουλγάρους[12].

Ὑπάρχουν καὶ ἐρείπια παληοῦ περιφερικοῦ τείχους τῆς πόλεως καὶ μερικοὶ ἀρχαῖοι τάφοι.

Ὅλα τὰ σημεῖα αὐτὰ καὶ ἡ ἱστορία μᾶς δείχνουν, ὅτι ἡ Βέρροια δὲν ἔπαυσε νὰ κατοικῆται καὶ νὰ ἀκμάζῃ ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα χρόνια τῆς Ἑλλάδος, ὡς σήμερα. Δηλαδὴ ζῇ συνεχῆ ζωὴ 3.500-4.000 ἐτῶν!...

Φ.Γ.»

«Κυριακάτικος Ἐθνικὸς Κῆρυξ», 08-03-1931.


3.- Η «Βέρροια» του Ριάδη.

Ο Α. Ριάδης είχε γράψει το ποίημα «Βέρροια» το 1924, εμπνεόμενος προφανώς από την παρουσία (στη ζωή ή στα όνειρά του) κάποιας ευειδούς Βεροιώτισσας, για την οποία η Ειρήνη Καραγιαννίδου, σε άρθρο της αφιερωμένο στον συνθέτη[13], παραπέμπει (χωρίς ειδικότερη αναφορά) σε δημοσίευμα «της {μη εντοπισθείσας εισέτι} εφημερίδας “Φρουρός της Αρχαίας” {;!}»:

«Τα χρόνια εκείνα τα παληά, μετά το 1920, ήρχετο στη Βέροια μια κοπέλα με εμφάνισι επιβλητική, κατάξανθα μαλλιά και μάτια γαλανά. Λέγαν πως ήτο ο μεγάλος έρωτας του ποιητή. Εκείνη υπερκυνηγημένη από αλλεπάλληλα ατυχήματα στη ζωή. Στην Αθήνα ζη. Το πατρικό της όνομα γνωστό στα πέρατα της Μακεδονίας…».

Ότι η Βέροια και η ευρύτερη Ημαθία αποτελούσαν, τουλάχιστον στα χρόνια της συγγραφής του ομώνυμου ποιήματος, προορισμούς των εκτός Θεσσαλονίκης εξορμήσεων του Ριάδη, πιστοποιείται και από φωτογραφία του (σωζώμενη στο αρχείο του, που απόκειται στη Μουσική Βιβλιοθήκη “Λίλιαν Βουδούρη” του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών), στην οποία εικονίζεται ο συνθέτης σε παραποτάμιο τοπίο, και στης οποίας η πίσω όψη φέρει την ιδιόχειρη σημείωσή του «Στουμπάνες Νάουσα / Αύγουστος 1923».

Το ποίημα δημοσιεύθηκε, σε μια αρχική μορφή, στον πρώτο τόμο του «Μακεδονικού Ημερολογίου» (1925) του Νίκου Σφενδόνη, και από εκεί έχουν αντληθεί, ως απόσπασμα (υμνητικό για τις νερομάνες και τα κρυονέρια της Μπαρμπούτας) οι δυο πρώτες στροφές, που εντάχθηκαν δημιουργικά σε μετεγενέστερα αφιερώματα, είτε έντυπα[14], είτε διαδικτυακά.

Αυτή την αρχική μορφή του ποιήματος περιέλαβε αργότερα (αρχές του 1928) ο Γ. Θ. Βαφόπουλος, ανατέμνοντάς την «ανελέητα», για να καταδείξει την ποιητική ένδεια του Ριάδη, - ο οποίος, διακατεχόμενος, όπως φανερώνουν τα χειρόγραφά του, από μόνιμη ανησυχία προς τελειοποίηση, δεν έπαυε να διορθώνει και να τροποποιεί τα γραφτά του[15].

Έτσι, η «επίσημη», η τελική εκδοχή της «Βέρροιας» δεν είναι εκείνη του «Μακεδονικού Ημερολογίου» του 1925, αλλά αυτή που θησαυρίζεται (και μάλιστα εις διπλούν) στο δακτυλόγραφο τετράδιο του Ριάδη «Ποίηση σε αποκόμματα» (σ. 16 και 54), το οποίο φυλάσσεται στην προμνημονευθείσα Μουσική Βιβλιοθήκη “Λίλιαν Βουδούρη”• αυτή η οριστική μορφή έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Πρωτοπορία» του Φώτου Γιοφύλλη[16] (τχ. Αυγ-Σεπ. 1929), και απ’ αυτή αντλεί το παράθεμά του ο «Ἐθνικὸς Κῆρυξ»:


«Βέρροια


Ἐκείνη π᾿ ἀγαπῶ, μνήσκει στὴ Βέρροια,

στὶς νερομάνες μέσα καὶ τὰ κρυονέρια.

Τὸ σπίτι της τὸ ζώνουν καταρράχτες

πού, χώρια τὴ βοή, θαρρεῖς σηκώνουν στάχτες…


Μὰ κάτω στὰ Λιθάρια, στὴ Μπαρμπούτα,

σάμπως μαλλὶ νὰ λαναρίζουν τὰ λαγοῦτα…

Καὶ τραγουδοῦνε τὰ νερά τρεχάτα,

ὑφαίνοντας τὴν κάτασπρή τους στράτα.


Ἔχει σωστὰ σαράντα παραθύρια

τ᾿ ἀρχοντικό της, καὶ ἕξη μισοθύρια.

Κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου καὶ ἂν προβάλῃ δὲν τῆς λείπει

τοῦ διπλανοῦ νερόμυλου τὸ καρδιοχτύπι.


Κατὰ τὸ βράδυ, πάνω στὴν ταράτσα

πλέκει, στὰ στήθια σκαλωμένη, κάλτσα,

καὶ δόστου μὲ οὐρὲς καὶ μὲ κουντοῦρες

σ᾿ ἤχους βαρύψηλους σουλατσαδοῦρες.


Τέτοιες, ποῦ ἡ τρυγώνα λέγει:

πολὺ περίφημα τ᾿ ἀηδόνι ἀπόψε κλαίγει…

Κι᾿ ο συκαλεὸς[17] ὅρκο μεγάλο πέρνει,

γαλιάντρα τάχα πῶς λαλεῖ, ποῦ καναρινοφέρνει


τόσο, ποῦ ὁ τζίτζικας ἀντίκρυ,

βαράει χάμου τὴ σουρίχτρα του μὲ πίκρα

καὶ στὴν καρδιά του μπήγει γιὰ χατζάρι

τ᾿ ἄγανο, ἀντίς ἐγώ, ἀπ᾿ τ᾿ ὤριμο κριθάρι…


Αἰμ. Ριάδης»


4.- Τα πυρά των ομοτέχνων.

Σε μια συνηθισμένη, στην μικροκοινωνία των καλλιτεχνών (και όχι μόνο…), «ενόχληση» του Ριάδη ανιχνεύει ο Βαφόπουλος τη ρίζα της μεταξύ τους αντιπαράθεσης. 

Στα τέλη του 1927 ο Κωστής Παλαμάς είχε επισκεφθεί την Θεσσαλονίκη, τιμώμενος, για τα πενηντάχρονα της διακονίας του στα Γράμματα, από τον οικείο Δήμο, με πρωτοβουλία ομάδας λογίων, - ανάμεσά τους και ο ένθερμος φίλος και θαυμαστής του Ριάδης[18]. 

Αλλά, ο Παλαμάς εκφράστηκε θετικά και για το έργο του Βαφόπουλου, εισφέροντας άθελά του την αφανή αιτία για τον καυγά που ακολούθησε. 

Έμενε να βρεθεί η σπίθα, κι αυτή δεν άργησε: το «Μακεδονικόν Ημερολόγιον» του 1928[19] παρουσίασε ποιήματα «νέων {τότε} Θεσσαλονικέων» λογοτεχνών, μεταξύ των οποίων ο Γ. Θ. Βαφόπουλος και ο Στέλιος Ξεφλούδας[20], - όχι όμως και ο Ριάδης (που, άλλωστε, δεν ήταν πλέον και τόσο νέος). 

Η δια των στηλών του τοπικού τύπου (την Πρωτοχρονιά του 1928) κριτική του συνθέτη ήταν εντονότατα απαξιωτική για τους ομοτέχνους του ποιητές, ιδιαιτέρως δε για τον Βαφόπουλο και τον Ξεφλούδα.


5.- Οι πρώτες απαντήσεις και η χαρά του τύπου.

Ο Βαφόπουλος, επικαλούμενος κυρίως τη γνώμη του Παλαμά για το έργο του, έδωσε μια πρώτη απάντηση στον Ριάδη, προαναγγέλλοντας δριμείες αποκαλύψεις για την «τὴν εὐνουχισμένην ποιητικὴν διάθεσιν» του συνθέτη…


«Ἡ λογοτεχνία μας

“Βιολὸν ντ᾿ Ἔγκρ”[21]

Ποίησις καὶ κριτικὴ

[…] Ὁ κ. Ριάδης εἶχε πολλὰς ἐπιτυχίας ὡς μουσικός. Ἐλᾶτε ὅμως ποὺ ἐπιμένει νὰ εἶνε καὶ… μεγάλος ποιητής! […] Μὰ τὶ νὰ εἶνε ἄραγε ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἀναγκάζει ν᾿ ἀσχοληθῶ μὲ τόν κ. Ρ., τὸν ὁποῖον ἄλλωστε ἐκτιμῶ πολὺ ὡς μουσικόν; Ἀκούσατε καὶ κρίνατε: Στὸ “Μακεδονικὸν Ἡμερολόγιον” τοῦ φίλου κ. Σφενδόνη, ἐδημοσιεύθησαν ποιήματά μου, μετὰ τεσσάρων ἄλλων ποιητῶν, ὑπὸ τὸν γενικὸν τίτλον “οἱ ποιηταί μας”.

Ὁ κ. Ρ. φαίνεται (πῶς νὰ τὸ ἐξηγήσω ἀλλέως;) ὅτι… ἐταράχθη, διότι είδε ἀμφισβητουμένην τὴν… ποιητικήν του δάφνην, τὴν ὁποίαν ἐπίστευεν ὅτι ποτίζει, κλαδεύει καὶ περιποιεῖται μονοπωλιακῶς εἰς τὸν κῆπον τῆς οἰκίας του. […] Ὁ κ. Ρ. εἰς τὸ φύλλο τῆς πρωτοχρονιᾶς τοῦ “Ἀγγελιαφόρου” […] μᾶς παρεσκεύασε μίαν ὀρεκτικωτάτην κριτικὴν σαλάταν, μὴ παραλείψας νὰ χύσῃ καὶ τὸ ἄφθονο ξεῖδι τοῦ πνεύματός του εἰς τὰ ποιήματά μου καὶ εἰς τὰ ποιήματα τοῦ φίλου κ. Ξεφλούδα ἰδίως. Διὰ τοὺς λοιποὺς τρεῖς ποιητὰς ὁ κ. Ριάδης εἶνε ὀλιγώτερον αὐστηρός. 

[… ο Βαφόπουλος παραθέτει ορισμένες παραγράφους από μακροσκελή προς αυτόν επιστολή του Παλαμά «ὑπ᾿ ὄψιν τοῦ ὁποίου εἶχαν τεθεῖ ὡρισμένα ποιήματά μου {του Β.}, μεταξὺ τῶν ὁποίων – τὶ εὐτυχία! – καὶ τὰ κρινόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Ρ. ποιήματα»• ο «σεβαστὸς Διδασκάλος» εκφράζει τη συγκίνησή του για το περιεχόμενο των ποιημάτων και την λυρική τέχνη του Βαφόπουλου …] 

Πόσο λυπηρὸν εἶνε νὰ περιαυτολογῇ κανείς! Ἀλλὰ τὶ ἀξίζουν ὅλα αὐτὰ μπροστὰ στὸν θόρυβο ποὺ ἐπιδεξίως ἐγείρει ὁ κ. Ρ. γύρω ἀπὸ τὴν προσωπικότητά του; Ἀλλ᾿ ἂς μείνῃ ἤσυχος. Θὰ τοῦ ἱκανοποιήσωμεν τὴν φιλοδοξίαν αὐτήν. Εἶνε ἡ σειρά μας τώρα νὰ ἀποκαλύψωμεν τὴν εὐνουχισμένην ποιητικήν του διάθεσιν, ἀποδεικνύοντες εἰς κριτικὸν ἄρθρον μας “Διατὶ ὁ κ. Ριάδης δὲν εἶνε ποιητής!”.

Γ. Θ. Βαφόπουλος»

«Μακεδονία», 04-01-1928.


…ενώ ο Ξεφλούδας περιορίστηκε σε ηπιότερη, αλλά κατά τι εκτενέστερη, άμυνα, αναλύοντας -και υπερασπιζόμενος με λογικά και φιλολογικά επιχειρήματα- το κρινόμενο ποίημά του:


«Φιλολογικαὶ συζητήσεις

Μία ἀπάντησις διὰ τὸν κ. Ριάδην

Ἂν ὅ,τι δημοσίευσε ὁ κ. Αἰμ. Ριάδης ἦταν κριτικὴ δὲν θὰ ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ δοθῇ αὐτὴ ἡ ἀπάντηση. […] ὁ κ. Ριάδης, τὸν ὁποῖον ἐκτιμούσαμε καὶ ὡς φίλο καὶ ὡς συνθέτη, ἐδημοσίευσε ἕνα κριτικὸ σημείωμα (;) ὑβριστικὸ καὶ μᾶς ἐλύπησε βαθύτατα ὄχι γιὰ τὴν ἐπίκριση ποὺ μᾶς κάνει ἀλλὰ γιὰ τὸν τρόπο ποὺ γράφει τὶς κρίσεις του. […] Ἐσεῖς {κ. Ριάδη} ἔχετε τὴ δόξα σας ὡς συνθέτης, τὶ θέλετε στὰ ξένα περιβόλια καὶ μπαίνετε; Ἀλλὰ μιὰ ποὺ κάνατε τὸ λάθος σᾶς συγχωροῦμε. […]

Στέλιος Ξεφλούδας»

«Ταχυδρόμος Βορείου Ἑλλάδος», 06-01-1928.


…και με τον τοπικό τύπο να παρακολουθεί, με έκδηλο ενδιαφέρον, τον «φιλολογικὸ καυγᾶ»…


«― Σοβεῖ λοιπὸν φιλολογικὸς καυγᾶς. 

― Ἂς τρίψωμεν ἀπὸ χαρὰ τὰ χέρια μας. Κι ἂς τὸν παρακολουθήσωμεν. Οἱ νέοι ποιηταί μας ποὺ ἐνεφανίσθησαν ὁμαδικῶς εἰς τὸ “Μακεδονικὸν Ἡμερολόγιον” ἐδέχθησαν σφοδρὰν ἐπίθεσιν τοῦ κ. Ριάδου ποὺ λέει ὅτι δὲν τοὺς κατάλαβε. 

― Οἱ ποιηταὶ μὲ τὸ “βιολὸν ντ᾿ ἔγκρ” ἀπαντοῦν μὲ ἐπιχειρήματα ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ κ. Ριάδης ἢ δὲν ξέρει νὰ κρίνῃ. 

― Ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ φίλου του Κ. Παλαμᾶ ὁ ὁποῖος ἐπήνεσε καὶ εἶπε πὼς ἀξίζουν τὰ ἔργα τῶν νέων ποιητῶν. 

― Τὸ πρᾶγμα θὰ ἔχῃ καὶ συνέχειαν.»

«Ταχυδρόμος Βορείου Ἑλλάδος», 06-01-1928.


6.- Η ομοβροντία δια -και κατά- της «Βέρροιας»...

…ο Γ. Θ. Βαφόπουλος τηρεί την υπόσχεσή του κι επανέρχεται[22], ανατέμνοντας, με καυστική γλώσσα, κι αποδομώντας, στροφή προς στροφή, την πρώτη εκδοχή (1925) του ποιήματος «Βέρροια» (η οποία παρουσιάζει ορισμένες ουσιώδεις διαφορές από την τελική μορφή του):


«Ἡ λογοτεχνία μας

Διατὶ ὁ κ. Ριάδης δὲν εἶναι ποιητὴς

Ποίησις καὶ κριτικὴ

[…] Ὁ κ. Ριάδης παρουσιάζει ἑαυτὸν ὡς ποιητικὴν προσωπικότητα. Πολὺ καλά. Εἶναι δικαίωμά του νὰ τὸ κάμῃ, ὅπως, κατ᾿ ἀντιδιαστολήν, ὑποχρέωσίς μας εἶναι, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς δυσμοίρου Τέχνης, νὰ βάζωμεν κάθε κατεργάρην στὸν μπάγκο του. 

Τὰ ποιήματα τοῦ κ. Ρ. ἀποτελοῦν ἕνα κρᾶμα φαντασιοπληξίας, αὐθαιρεσίας, μετρικῆς ἀνεπαρκείας καὶ – τὸ χειρότερον – κακῆς ἀντιλήψεως περὶ τῆς artis poeticae. […] ὑποστηρίζω τὴν γνώμην μου μὲ κείμενα τῶν ποιημάτων τοῦ κ. Ριάδη, διὰ νὰ σχηματίσῃ ἀκριβῆ γνῶσιν ὁ ἀναγνώστης περὶ τῆς παρα-ποιητικῆς ἀξίας τοῦ ποιητοῦ.

Θὰ ἀρκεσθῶ, ὅσον μοῦ ἐπιτρέπει ὁ χῶρος, εἰς τὴν ἀνάλυσιν ἑνὸς μόνον ποιήματος, ἀρκετοῦ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὀρεκτικὸν ἔδεσμα πρὸ τοῦ μεσημβρινοῦ γεύματος τοῦ καλοῦ μου ἀναγνώστου. Ἑτοιμασθῆτε νὰ ἀπολαύσετε.

Τὸ “ποίημα” ἐπιγράφεται: “Στὴ Βέρροια…” (πρόφερε: Βέργια). Ὁ τίτλος του μόνος ἀρκεῖ νὰ μᾶς δείξῃ πὼς εἶνε γνησίως ἐντοπίου παραγωγῆς. Μὴ ζητήσετε εἰς αὐτὸ μετρικὴν μορφήν. Εἰς τὴν σειρὰ τῶν ἓξ αὐτοῦ στροφῶν θὰ εὑρῆτε ἀναμίξ, χωρὶς καμμίαν τάξιν, στίχους ἰαμβικοὺς δεκατρισυλλάβους, ἐνδεκασυλλάβους καὶ ἐννεασυλλάβους, μὲ πολλὰς χασμωδίας καὶ κακοφωνίας, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ἀποτελοῦν – ὅπως ἠμποροῦσε νὰ φαντασθῇ κανεὶς – ἰδιαίτερα στροφικὰ συστήματα. Καὶ ὅταν συλλογισθῇ κανείς, ὅτι ὅλα αὐτὰ διεπράχθησαν ἀπὸ μουσικὸν τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Ρ. αἰσθάνεται τὴν διάθεσιν νὰ ἐξορύξῃ τοὺς ὀφθαλμούς του, διὰ νὰ μὴ βλέπῃ τὸν κ. Ρ. καταπιανόμενον μὲ τας πιερίδας.

Πρώτη στροφή.

Ἐκείνη π᾿ ἀγαπῶ, μνήσκει στὴ Βέρροια.

Μέσα στὶς νερομάνες καὶ τὰ κρυονέρια.

τὸ σπίτι τους τὸ ζώνουν καταρράχτες

π᾿ ἀχώρια τὴ βουή, θαρρεῖς ἀδειάζουν στάχτες!

Εἰς τὸν πρῶτον στῖχον σπεύδει ὁ “ποιητὴς” νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῆς πατρίδος τῆς ὡραίας του, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Θερβάντες τὸ κάμνει διὰ τὴν χαριτωμένην Δουλτσινέα ντὲ Τοβόσο, τὸ ἐρωτικὸν ἄστρον τοῦ ἐνδοξοτάτου ἱππότου Δὸν Κιχώτη. Εἰς τὸν τέταρτον στῖχον διαπιστώνομεν διαστροφὴν τοῦ ὀπτικοῦ αἰσθητηρίου, διότι ἂν καὶ ἔχωμεν ἴδῃ πολλάκις γαϊδάρους μὲ παπούτσια, δὲν εἴχαμεν ὅμως τὴν ἔκπληξιν νὰ ἰδοῦμεν καὶ καταρράχτες ποὺ ἀδειάζουν στάχτες! Ἂν ἔλεγε τοὐλάχιστον ὅτι ἀδειάζουν ἀλεύρι ἢ ἀσβέστη, θὰ μπορούσαμεν ὁπωσδήποτε νὰ ἀνεχθοῦμε τὴν τρομερωτάτην αὐτὴν εἰκόνα. Μὰ νά ποὺ ἔπρεπε πάσῃ θυσίᾳ νὰ βρεθῇ λέξις ὁμοιοκαταληκτοῦσα μὲ τοὺς “καταρράχτες”! Καὶ βρέθηκαν οἱ “στάχτες”. Στάχτη λοιπὸν καὶ στὰ μάτια σου κακόμοιρε ἀναγνῶστα. Σημειοῦμεν καὶ δύο χασμωδίας.

Δευτέρα στροφή.

Μὰ κάτω στὰ λιθάρια, στὴν Μπαρμπούτα,

μπαμπάκι λαναρίζουν τὰ λαγοῦτα,

καὶ τραγουδᾶνε τὰ νερά τρεχᾶτα,

ὑφαίνοντας τὴν κάτασπρή τους στράτα.

Εἰς τὸν δεύτερον στῖχον διαπιστώνομεν ἐπίσης διαστρέβλωσιν τοῦ ἀκουστικοῦ αἰσθητηρίου. Ἀκούσατε ποτὲ τὰ λαγοῦτα νὰ… λαναρίζουν μπαμπάκι; Καὶ ὅμως ὁ “ποιητὴς” μπορεῖ ν᾿ ἀκούσῃ καὶ ἄλλα ἐξωφρενικώτερα πράγματα. Γι᾿ αὐτὸ μὴν ἐκπλήττεσθε. Ἀλλὰ ὁ κ. Ρ. διατείνεται ὅτι ἔχει μελετήσει τὴν ἑλληνικὴν ζωὴν καὶ ὅτι (κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου) τὸ ἰδικόν του πανεπιστήμιον εὑρίσκεται εἰς τοὺς Καπουτζῆδες[ ]! Καὶ ὅμως φωρᾶται πανηγυρικῶς ἀγνοῶν ὅτι τὸ μπαμπάκι δὲν λαναρίζεται ὅπως τὸ μαλλί, ἀλλὰ στιβάζεται ἀπὸ τὸν μπαμπαξῆ. Ἀλλ᾿ ἂν κανεὶς θελήσῃ, λαμβάνων τὸ μέρος τοῦ κ. Ρ., νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι εἰς τὴν πρώτην στροφὴν μπορεῖ ὁ καταρράχτης νὰ ἔχῃ καὶ τὸ χρῶμα τῆς στάχτης, θὰ διαψευσθῇ ἀπὸ τὸν ἴδιον κ. Ρ., ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει εἰς τὸν 4ον στῖχον τῆς δευτέρας στροφῆς ὅτι τὰ νερά, σὰν καλὴ ἐπαρχιωτοπούλα, “ὑφαίνουν τὴν κάτασπρή τους στράτα”!

Τρίτη στροφή.

Ἔχει σωστὰ πενῆντα παραθύρια

τ᾿ ἀρχοντικό της, κ᾿ ἕξη μισοθύρια.

κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου κι᾿ ἂν προβάλῃ, δὲν τῆς λείπει

τοῦ διπλανοῦ νερόμυλου τὸ καρδιοχτύπι.

Ὁ “ποιητὴς” εἶχε ὑπομονὴ νὰ μετρήσῃ τὰ παράθυρα τοῦ ἀρχοντικοῦ τῆς ὡραίας του. Μήπως στὰ πενῆντα παραθύρια συμπεριέλαβε καὶ τοὺς φεγγίτας; Δὲν μᾶς τὸ λέγει. Ἀλλὰ τὰ ἕξη μισοθύρια τὶ σᾶς λένε; Ἂς λάβῃ τὰ μέτρα του ὁ κ. Ρ. διότι ὑπάρχει φόβος νὰ ξεπορτίσῃ ἡ Ντουλτσινέα ἀπὸ κανένα μισοθύρι.

Τετάρτη στροφή.

Κατὰ τὸ δεῖλι, πάνω στὴν ταράτσα

πλέκει, στὸ στῆθος σκαλωμένη, κάλτσα‒

καὶ δός του μὲ οὐρὲς καὶ μὲ κουντοῦρες

σ᾿ ἤχους βαρύψηλους σουλατσαδοῦρες‒

Ἡ κάλτσα μποροῦσε νὰ γίνῃ ποιητικῇ ἀδείᾳ “κλάτσα”, διὰ νὰ ὁμοιοκαταληκτήσῃ μὲ τὴν ταράτσα! Πῶς δὲν τὸ πρόσεξε ὁ κ. Ριάδης; Σημειώνω μίαν χασμωδίαν.

Πέμπτη στροφή.

Τέτοιες, ποῦ ἡ τρυγόνα λέγει:

πολὺ περίφημα τἀηδόνι ἀπόψε κλαίει…

Κι᾿ ο συκαλεὸς ὅρκο μεγάλο πέρνει,

κανάρι τάχα πῶς λαλεῖ, π᾿ ἀηδονοφέρνει.

Πῶς βρέθηκε ἡ τρυγόνα μέσα στὴν πόλη; Ἂς τὸ ἔχουν ὑπ᾿ ὄψιν τους οἱ κυνηγοί μας, διὰ νὰ μὴ τρέχουν μὲ τὴν κακοκαιρία στὰ χωράφια. Καὶ ὁ συκαλεός, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, φαίνεται πὼς θὰ ἔχει διαχειμάσει κάποτε εἰς τὰς Καναρίους νήσους, ἀφοῦ μᾶς παρουσιάζεται τόσον ἐμβριθὴς γνώστης τῆς “καναρίου” μουσικῆς. Μία χασμωδία.

Ἕκτη στροφὴ καὶ τελευταία.

Τόσο, ποὺ ὁ τζίτζικας ἀντίκρα,

βαράει χάμου τὴ σουρίχτρα του μὲ πίκρα

καὶ στὴν καρδιά του μπήγει γιὰ χατζάρι,

τζάγανο, ἀντίς ἐγώ, ἀπ᾿ τ᾿ ὤριμο κριθάρι.

Ὅλο τὸ βάθος τῆς ποιητικῆς παραφροσύνης εὑρίσκεται μέσα στὴν τελευταίαν αὐτὴν στροφήν, διὰ νὰ ἀφήσῃ ἔκπληκτον τὸν ἀναγνώστην, πρὸ τῶν ἐξωφρενικῶν εὑρημάτων τοῦ κ. Ρ. Θαυμάσατε μίαν ὡραίαν παρομοίωσιν. Ὁ τζίτζικας σὰν θυμωμένος μπεμπές, ἀκούοντας τὸ κλάμμα τοῦ ἀηδονιοῦ, ρίχνει πεισμωμένος τὴν σφυρίχτρα του, καὶ ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν του αὐτοχειριάζεται! (chic). Τώρα, πῶς βρέθηκε στὴν συναυλίαν αὐτὴν καὶ ὁ τζίτζικας (ἂς σημειωθῇ ὅτι ἔχει πιὰ νυκτώσει) αὐτὸ μὴ ζητεῖτε νὰ τὸ μάθετε.

Καϋμένε τζίτζικα! Δὲν ἠξιώθης οὔτε κὰν ἑνὸς ἐλεγείου ἐκ μέρους τοῦ “ποιητοῦ”, διὰ τὴν ὡραίαν τοῦ ὁποίου εἶχες τὴν ἀνοησίαν νὰ τερματίσῃς ἀδόξως τὸν βίον σου, ἐνῶ ὁ κ. Ρ. ὡς εὐγενὴς ἱππότης, εἶχε χρέος νὰ πέσῃ ἀντὶ σοῦ ὑπὸ τὰ παράθυρα τῆς κόρης τῆς Βερροίας (πρβλ. Κόρη τῶν Ἀθηνῶν τοῦ Byron)! Τὶ ἀχάριστος ποὺ εἶναι ἀλήθεια ὁ ἄνθρωπος! Καὶ ὅμως ἐνῶ ἐσένα σὲ ἐκήδευσαν τὰ μυρμήγκια, αὐτὸς χωρὶς τύψεις ἐξακολουθεῖ νὰ γράφῃ “ποιήματα” οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ “κριτικάς”!

Τὸ ποίημα αὐτὸ δὲν σᾶς θυμίζει ὀλίγον Δὸν Κιχώτην; Ἡ ἱστορία δὲν μᾶς λέγει ἂν ἡ Ντουλτσινέα ντὲ λὰ Βέρροια, μὲ τὶς “οὐρὲς” καὶ μὲ τὶς “κουντοῦρες” (chic) ἠξίωσε καὶ ἑνὸς ἔστω βλέμματος τὸν ἱππότην κ. Ρ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ πιστεύσω ἂν δὲν ἰδῶ τὸν μονυελοφοροῦντα κ. Ριάδην μὲ μπενεβρέκια καὶ μὲ χονδρὲς βλάχικες κάλτσες, δῶρον τῆς ὡραίας του ἀρχοντοπούλας.

Μὴ νομίσετε ὅμως ὅτι τὸ ποίημα αὐτὸ εἶναι “νεανικόν ἁμάρτημα” τοῦ κ. Ρ. Φέρει χρονολογίαν 1924, μὴ μαρτυροῦσαν ποσῶς περὶ τῆς νεότητος τοῦ κ. Ρ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀπολαύσετε εἰς τὸ “Μακεδονικὸν Ἡμερολόγιον” τοῦ κ. Σφενδόνη τοῦ ἔτους 1925.

Καθὼς βλέπει ὁ ἀναγνώστης, ὁ κ. Ρ. φωρᾶται λίαν ἀναιδῶς διαφθείρων τὰς Μούσας. Διὸ καὶ ἐπικαλούμεθα τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Τμήματος ἐπὶ τῶν Ἠθῶν.

Ἂν ὁ προσφιλὴς “ποιητὴς” νομίζει ὅτι τὸν ἀδικῶ, δὲν ἔχει παρὰ νὰ λάβῃ τὴν τολμηρὰν ἀπόφασιν νὰ συγκεντρώσῃ εἰς τόμον τὰ ποιήματά του, διὰ νὰ ἀκούῃ, ὄχι πλέον ἀπὸ ἐμέ, ἀλλ᾿ ἀπὸ ἄλλους τὰ “ἐξ ἁμάξης”.

Γ. Θ. Βαφόπουλος»

«Μακεδονία», 06-01-1928.


7.- …και η γαλήνη της συμφιλίωσης.

Η ένταση της («στιγμιαίας», όπως αποδείχτηκε) διαμάχης οδήγησε τον νεαρό Βαφόπουλο σε βαρύτατες εκφράσεις, πιθανότατα ανάλογες της άδικης κριτικής που είχε υποστεί• αλλά και η, δια του «κοσκινίσματος» της «Βέρροιας», αποκαθήλωση σύνολης της ποιητικής υπόστασης του Ριάδη ήταν εξ ίσου άδικη, καθώς αυτή του την ιδιότητα (του ποιητή) ένα (τουλάχιστον) μέρος του πνευματικού κόσμου της Θεσσαλονίκης και την αναγνώριζε και την εκτιμούσε και την προέβαλε δεόντως: 

«[…] Τὰ τελευταῖα χρόνια διαγράφεται μία ἐντονωτέρα κίνησις φιλολογική, δημιουργικωτέρα. Εἰς τὸ “Μακεδονικὸν Ἡμερολόγιον” ποὺ ἐκδίδει ἀπὸ τριετίας μὲ τόσην ἐπιμέλειαν ὁ δημοσιογράφος κ. Ν. Σφενδόνης σημειώνει κανεὶς πολλὲς σελίδες ποὺ εἶνε ἀληθινὰ πολὺ ἐνθαρρυντικές. Μέσα εἰς τὸ ἡμερολόγιο αὐτὸ ὁ μουσικὸς Αἰμ. Ριάδης μᾶς ἀποκαλύπτεται ἐξ ἴσου ὡς ποιητὴς πολὺ ἐμπνευσμένος καὶ πολὺ πρωτότυπος. Ἀπ᾿ τὰ “Τραγούδια τῆς Περμαθούλας”, ποὺ δημοσιεύει δανειζόμαστε τοὺς παρακάτω στίχους, γραμμένους στὴν διάλεκτον τῆς Θεσσαλονίκης. […]»

Ἀ.{ντώνιος} Χ. Χαμουδόπουλος[24], «Ἡ Νέα Θεσσαλονίκη / Ἡ ζωὴ καὶ ἡ πνευματικὴ της κίνησις» «Ἡ Κυριακὴ τοῦ Ἐλευθέρου Βήματος», 27-03-1927.


Τον επίλογο του φιλολογικού καυγά που «κράτησε μιὰ ἑβδομάδα κι᾿ εἶχε γίνει τὸ “ζήτημα τῆς ἡμέρας”» παραθέτει ο Γ. Θ. Βαφόπουλος: 


«Οἱ ἐφημερίδες σχολίαζαν τὰ κονταροχτυπήματά μας, ἡ κάθε μιὰ κατὰ τὸ μέτρο τῆς συμπάθειας ἢ τῆς ἀντιπάθειας πρὸς τοὺς ἐμπολέμους. Κι᾿ ὁ κόσμος εἶχε διασκεδάσει πολὺ μὲ τὸ πάθημα τοῦ Ριάδη. Κ᾿ ἐκεῖνος, βλέποντας τὴν πλάστιγγα τῆς κοινῆς γνώμης νὰ γέρνει πρὸς τὸ μέρος τῶν ἀντιπάλων του, τρόμαξε μήπως πέσουν οἱ μετοχές του στὸ χρηματοστήριο τῶν κοσμικῶν κύκλων, ὅπου κυριαρχοῦσε μὲ τὸ μονὸκλ καὶ τὰ διφορούμενα λογοπαίγνια του. Καὶ πανικόβλητος ἔστειλε πρέσβεις καὶ ζήτησε συνθηκολόγηση. Εἶπε πὼς τὄχε κάμει ἔτσι στ᾿ ἀστεῖα, γιὰ νὰ μᾶς προβάλει στὴ δημοσιότητα. Ἐμεῖς μεγαλόψυχα δεχτήκαμε τὸν προσφερόμενο κλάδο ἐλαίας καὶ καταθέσαμε τὰ ὅπλα. Κ᾿ ὕστερ᾿ ἀπὸ κάμποσες μέρες, καθὼς συναντηθήκαμε στὸ δρόμο, μοῦ ἄνοιξε τὰ χέρια, ἕτοιμος νὰ μ᾿ ἀγκαλιάσει. Ὅλα τοῦτα τἄχε προκαλέσει ἐπίτηδες, γιὰ νὰ μᾶς κάμει “μεγάλους”!

Αὐτός ἦταν ὁ Αἰμίλιος Ριάδης, μέσα στὶς ἀντινομίες του.»[25]


8.- Το άδοξο τέλος και η κριτική περι-ποίηση της «Βέρροιας».

Ο πολυτάλαντος, ευαίσθητος, φιλοπαίγμων, νεάζων Αιμίλιος Ριάδης έσβησε άδοξα, - εκούσιο θύμα μελιταίου πυρετού, προκληθέντος από την πόση άβραστου κατσικίσιου γάλακτος (καθώς, ως θιασώτης της «υγιεινής διατροφής», προτιμούσε ωμές και ακατέργαστες τροφές).


Στο «καλλιτεχνικό μνημόσυνό» του ο μεγάλος Μανώλης Καλομοίρης[26]  εξήρε την μουσική ιδιοφυΐα του Ριάδη… 


«{εἰς} τὸ προχθεσινὸν καλλιτεχνικὸν μνημόσυνον εἰς τὰ “Ὀλύμπια” τοῦ Ἕλληνος μουσουργοῦ Αἰμιλίου Ριάδη, {ὁ διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Ὠδείου} κ. Καλομοίρης εἶπε μεταξὺ ἄλλων ὅτι ὁ Ριάδης ἦτο ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν ἐκπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ τραγουδιοῦ, τοῦ Ἑλληνικοῦ “λίντ”. […] Μία ἔμπνευσις πηγαία, ἕνας αὐθορμητισμός, χαρακτηρίζει ὅλα τὰ τραγούδια του, τὰ ὁποῖα μὲ τὰ γλυκύτερα, τὰ ἀπαλώτερα ἀλλὰ καὶ τόσον ζωντανὰ συγχρόνως χρώματα ὡσὰν τὴν ἤρεμη ἐπιφάνεια κρυστάλλινου νεροῦ, καθρεπτίζουν τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἑλληνικὴ φύσι, τὴν Ἑλληνικὴ ζωὴ καὶ καρδιά, περισσότερο ὅμως ἀπ᾿ ὅλα τὴν ἰδιαιτέρα πατρίδα τοῦ μουσουργοῦ, τὴν Μακεδονία. Ὁ Ριάδης εἶναι ἀπὸ τοὺς ὀλίγους, ἀπὸ τοὺς πολὺ ὀλίγους, ποὺ κατώρθωσαν νὰ συνδυάσουν τὴν νεωτέραν μουσικὴν τεχνοτροπίαν μὲ τὸ Ἑλληνικὸν μοτίβο, τὸ Ἑλληνικὸν “στύλ”. Ποὺ κατώρθωσαν τὴν τεχνοτροπίαν αὐtήν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Καλομοίρης, νὰ τὴν ἐξελληνίσουν. […]»

«Ἡ Πρωΐα», 22-12-1935.


…επικυρώνοντας, με την σφραγίδα της αυθεντίας του, τα ενθουσιώδη σχόλια με τα οποία, προ 10ετίας, ο αθηναϊκός τύπος είχε υποδεχθεί την παρουσίαση έργων του Ριάδη στην πρωτεύουσα:


«Τὸ μουσικὸν 1924 ἕνα ἔτος σταθμὸς

[…] μονάχα ἡ ἀποκάλυψις τοῦ Ριάδη ποὺ εἴχαμε φέτος ἀξίζει τὰ ἔργα δέκα ταλέντων. […]

Πελλέας»

«Ἐθνικὴ Φωνή», 01-01-1925.


Μεταξύ των, εξ αρχής, εγκωμιαστών του Ριάδη η κριτικός Αύρα Σ. Θεοδωροπούλου[27] είχε αφιερώσει εκτενή άρθρα της[28] στην ανάδειξη των αρετών του ριαδικού μουσικού έργου, διαχωρίζοντάς το σαφώς από τις ποιητικές του δημιουργίες…


«[…] Καὶ τώρα θὰ πῶ κάτι ποὺ σίγουρα θὰ τὸν θυμώσει τὸν καλό μου φίλο. Ὅλοι οἱ καλλιτέχνες ἔχουν τὶς ἀδυναμίες τους καὶ τὶς ἀγαποῦν μὲ ἰδιαίτερη στοργή. Κι᾿ ὁ Ριάδης ἔχει μιὰ μεγάλη ἀδυναμία. Νὰ κάνει ποιήματα. Κι᾿ ἂν τὸν ρωτήσετε θὰ σᾶς πεῖ πὼς τὰ ποιήματά του εἶναι καλύτερα ἀπὸ τὴ μουσική του. Ἂν κατώρθωνε νὰ ὑπερνικήσει αὐτὴ τὴν ἀδυναμία ὁ Ριάδης, ἂν ἔψαχνε μέσα στοὺς θησαυροὺς τῆς νεοελληνικῆς μας ποίησης, θἄβρισκε μέσα στὸ ἔργο ἑνὸς Παλαμᾶ, ἑνὸς Πορφύρα, ἑνὸς Γρυπάρη, πηγὲς ἐμπνεύσεως ποὺ ἀσφαλῶς θἄδιναν στὸ ἔργο του πλοῦτο ἀφάνταστο. […] Ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτοῦ βλέπω τὴν ἐξέλιξη τοῦ Ριάδη, σἕνα πλάτεμα καὶ σἕνα μεγαλύτερο βάθος στὸ εἶδος αὐτό, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν καλλιτεχνικό, τὸ κατ᾿ ἐξοχήν μουσικό, τὸ τραγοῦδι. […]»

 «Δημοκρατία», 10-02-1925.


…από τις οποίες (ποιητικές δημιουργίες) τα πυκνότερα (και σχεδόν πάντοτε χοληφόρα) πυρά  στόχευαν την ριαδική «Βέρροια»,  είτε με την υπόρρητη ευχή της διαγραφής της από το corpus των έργων του συνθέτη-ποιητή: 


«― Ἐκυκλοφόρησε πρὸ ἡμερῶν καλλιτεχνικώτατον “λεύκωμα τῆς Βορείου Ἑλλάδος”[29].

― Εἰς τὸ λεύκωμα δημοσιεύονται δύο γνωστότατα ποιήματα ἐξ ὧν τὸ ἓν “Ἐκείνη π᾿ ἀγαπῶ μένει στὴ Βέρροια”.

― Αὐτά τὰ ξέραμε ὅτι εἶναι τοῦ κ. Ριάδη.

― Παραδόξως, τὸ λεύκωμα μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἀνήκουν εἰς τὴν ἐκδότριαν τοῦ “Λευκώματος”.

― Νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ὁ κ. Ριάδης τὰ εἶχεν αντιγράψει πρὸ δεκαετίας ὅταν ἐγράφησαν;

― Ἀμφότεροι ἔχουν τὸν λόγον ἀφοῦ τὰ διεκδικοῦν μὲ τὰς ὑπογραφάς των.

― Δύσκολον πάντως εἶναι νὰ βρεθῇ ὁ ἀληθὴς γεννήτωρ.

― Διότι καὶ ὁ Σολομὼν ἂν ἐνεφανίζετο, ὑπάρχουν οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκετο πρὸ οὐδενὸς διαμαρτυρομένου ἐὰν ἐξαφάνιζε τὰ δύο ποιήματα.»

«Ἡ Ἀπογευματινή», 07-01-1935.


…είτε με την ηθελημένη, χάριν (δηλητηριώδους) σκώμματος, διαστρέβλωση (παρα-ποίηση) επιλεγμένων στίχων της…


«[…] Ἡμεῖς […] μὴ διατελέσαντες ἐξ ἐπαγγέλματος …μουσοτραφεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κρίνωμεν τὸ μουσικὸν “ἔργον” τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ ἄλλοτε ποτὲ “νεαροῦ” φίλου. […] Ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ ποιητικὸν ἔργον τοῦ “νεαροῦ” ἀνδρὸς ἀναλαμβάνομεν νὰ κρίνωμεν ἐκ φόβου μήπως καταποντισθῶμεν εἰς τὴν βαθύτητα τῶν ἐννοιῶν ποῦ ὑποτίθεται ότι περικλείουν οἱ ἀκόλουθοι στίχοι του.

Ἡ κόρη ποῦ ἀγαπῶ κάθεται στὴ Βέροια

Πλένει τὰ πόδια της μὲ κρυονέρια

Κι᾿ ἀφίνει ἄνιφτα τὰ …χέρια

Τόσο. Ποῦ σὰν φορεῖ κουντοῦρες

Κάνει στὴν ταράτσα της σολατσασδοῦρες

Τόσες. Ποῦ εὐθὺς κυλοῦν οἱ καταράχτες

Λὲς καὶ ἀδειάζουν στάχτες

Ὅσο ποῦ νὰ φύγουν οἱ …τρυποφράχτες!

Ὡς ἄτομον ὅμως κρινόμενος ὁ φίλτατος Ριάδης εἶναι κατὰ πάντα ἀξιαγάπητος καὶ θαυμαστός, διότι οὐδέποτε μετανοεῖ διὰ τὸν θόρυβον ποῦ μὲ κάθε θυσίαν ἐπιδιώκει πάντοτε νὰ δημιουργῇ περὶ τὸ ὄνομά του. Καὶ ἂν δὲν μείνῃ τίποτε ἀπὸ τὰς συνθέσεις καὶ τὰ ποιήματά του θὰ μείνῃ ὅμως ἡ συστηματοποιημένη αὐτὴ προσπάθειά του, ἡ οποία θὰ ἀναχθῇ εἰς περιωπὴν “σχολῆς” ἢ συστήματος ποῦ θὰ καταστῇ γνωστὸν ὑπὸ τὸν “ὅρον” …”Ριαδισμός”!

Νικ. Καμμ.[30]» 

«Ταχυδρόμος Βορείου Ἑλλάδος», 13-02-1925.


…είτε, ακόμη, και με την φιλική, -κατά πρόσωπο του ποιητή,- διατύπωση εύλογων αποριών για το «παρασκήνιο» της…


«Ὁ Αἰμίλιος Ριάδης συνεδέετο διὰ στενῆς φιλίας μετὰ τοῦ ἐξαιρέτου δημοσιογράφου, τοῦ “Νεολόγου” καὶ μετέπειτα τῆς “Νέας Ἀληθείας” Ἀντωνίου Θεοδωρίδου[ ]. Πρὸς αὐτὸν ἀπήγγελεν ὅλα τὰ ποιήματα τὰ ὁποῖα ἔγραφε. Μίαν ἡμέραν, ὡς συνήθως, τὸν ἐπεσκέφθη καὶ τοῦ λέγει:

― Ἀντώνη, ἄκου ἕνα ποίημά μου: 

“Ἐκείνη π᾿ ἀγαπῶ μνήσκει στὴ Βέροια,

μεσ᾿ στὶς νερομάννες καὶ στὰ κρυονέρια…”

Καὶ ὁ Θεοδωρίδης:

― Μπορῶ νὰ σὲ διακόψω, Αἰμίλιε; 

Ἐκείνη π᾿ ἀγαπᾶς μνήσκει στὴ Βέροια.

Λές, ὅμως, νὰ μὴν τὴν ἔχουν πιάση ἄλλα χέρια;

Ὁ Βόρειος»

«Μακεδονία», 06-03-1969.


[1] Αιμίλιος Ριάδης (Αιμίλιος Κου ή Κούης, 1880-1935): συνθέτης (από τους σπουδαιότερους της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής), πιανίστας, ποιητής και συγγραφέας. 

«Ὁ Αἰμίλιος Ριάδης γεννήθηκε μ᾿ ἕνα πλούσιο ταλέντο σὲ μιὰ πόλη δίχως παράδοσι καὶ δίχως περιβάλλον. Οὖγγρος ἦταν ὁ πατέρας του, ἀλλ᾿ Οὖγγρος σαλονικιός, ποὖχε πατρίδα τὴ Σαλονίκη. Βλάχα ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο ἦταν ἡ μητέρα του. Κι᾿ ὁ Αἰμίλιος ἔγινε μουσικὸς καὶ ποιητής, γέννημα τῆς πόλης, ποὺ δέχονταν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ Αἰγαῖο, ποὺ καθρεφτίζονταν στὴν Ἑλλάδα, ἀλλ᾿ ἦταν ἀκόμα σύνθετη, καὶ στὴν ἔκφρασή της περνοῦσαν οἱ καημοὶ τοῦ τούρκικου μανέ, τὰ θλιμμένα παράπονα τοῦ σέρβικου θρήνου κι᾿ οἱ κοπετοὶ τοῦ γοεροῦ τραγουδιοῦ τῆς Ἀρβανιτιάς.  Ὁ Ριάδης εἶχε “τρελλὸ” τὸ αἷμα ἀπὸ τὴν ἐπιμιξία, ἓντονο ταμπεραμέντο κι᾿ ἀσυγκράτητο ἐρωτισμό. […] Ὅ,τι ἔγραψεν δὲ μοιάζει μὲ τίποτε ἄλλο. Εἶναι δικό του. Ἔχει τὴν προσωπικὴ σφραγίδα του. […] εἰδικὰ τὸ ποιητικό του ἔργο, ὅσο κι᾿ ἂν καταπλήσσει, ὅσο κι᾿ ἂν θαμπώνει, μ᾿ ὅλη τὴν ἔκτακτη πρωτοτυπία του, δίνει τὴν ἐντύπωσι τοῦ μὴ τελειωμένου. […] Ἡ ἐφηβική του ἡλικία βάσταξεν ὡς τὰ πενῆντα. […]»

Πέτρος Φωτεινός, «Αἰμίλιος Ριάδης», περιοδικό «Μακεδονικὲς Ἡμέρες», τχ. 01/Φεβ.1936, σ. 34-35.

Ο Γ. Θ. Βαφόπουλος (πιο κάτω σημ. [2], σ. 310) αποδίδει την επιλογή του ψευδωνύμου Ελευθεριάδης στην «ἐκπλήρωση δυὸ σκοπῶν μαζί. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἦταν ἡ συμβολικὴ ἔκφραση ἑνὸς πόθου γιὰ τὴν ἐλευθερία κι᾿ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοῦ χρησίμευε σὰν ἀσπίδα ἀνωνυμίας ἀπὸ τὸ κυνήγημα τῶν Τούρκων. […] Ἀργότερα στὸ Παρίσι, κατὰ τὴ μόδα ποὺ εἶχαν ἀποδεχθεῖ οἱ Ἕλληνες μὲ τὰ μακρόσυρτα ὀνόματα, τὸ ψευδώνυμο Ἐλευθεριάδης, μὲ μιὰ περιτομή, ἔγινε ἐπώνυμο τοῦ Ριάδη», 

ενώ μια μυθιστορηματική εκδοχή της μετάπτωσης του ψευδωνύμου από Ελευθεριάδης σε Ριάδης αφηγείται ανώνυμη επιστολή δημοσιευθείσα «εἰς ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν» και αναδημοσιευθείσα στην «Μακεδονία»: 

«[…] εἰς ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν δημοσιεύεται ἀνώνυμος ἐπιστολή, εἰς τὴν ὁποία ὁ γράφων ταύτην ἀναφέρει πὼς ὁ Αἰμίλιος ἔλαβε τὸ ἐπώνυμον Ριάδης, ἐνῶ τὸ πραγματικὸν ἐπώνυμόν του ἦτο ἄλλο. […] “…τὸ ὄνομά του ἦταν Κοὺκς ἢ Κοὺ ἢ Κούϊτς. Ὅταν τὴν πρώτη δεκαετία, μετὰ τὸ 1900, πῆγε γιὰ σπουδὲς εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἄρχισε νὰ γράφῃ ποιήματα, πῆρε γιὰ ψευδώνυμο τὸ “Αἰμίλιος Ἐλευθεριάδης”. Μ᾿ αὐτὸ τὸ ὄνομα τὸν γνώρισαν οἱ Ἕλληνες σπουδασταί, ὅταν πῆγε στὸ Μόναχο καὶ φοιτοῦσε στὴν ἀκαδημία μουσικῆς. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1914 τὸν συνάντησα σὲ μία συναυλία γαλλικῆς μουσικῆς εἰς τὴν αἴθουσα συναυλιῶν στὸ πάρκο τῶν Ἐκθέσεων. Εἶχαν ἔλθει οἱ διασημότεροι Γάλλοι συνθέται. Ὁ Ἐλευθεριάδης ἐνθουσιάστηκε μὲ τὴν μουσικὴ τοῦ Ντεμπυσσύ. Σ᾿ ἕνα διάλειμμα, ἐνῶ περπατούσαμε ἔξω ἀπὸ τὸ θέατρο συναντήσαμε τὸν Γάλλον συνθέτη, ὁ Ἐλευθεριάδης τὸν πλησίασε καὶ τοῦ μίλησε. Ὅταν γύρισε κοντά μου, μοῦ εἶπε τὶ τοῦ εἶπε, καὶ πὼς εὐχαρίστως θὰ τὸν ἔβλεπε στὸ Παρίσι, ἀλλὰ πὼς ὅταν προσπάθησε νὰ προφέρῃ τὸ ὄνομα Ἐλευθεριάδης τοῦ είπε: “Γιὰ καλλιτέχνη, δύσκολο ὄνομα. Κόψτε το. Ἐλεὺ ἢ Ριάδης”. “Τὶ νὰ κάνω;” “Διάλεξε τὸ Ριάδης” τοῦ εἶπα κ᾿ ἔτσι ἔγινε. Ὁ Ντεμπυσσὺ καὶ ἐγὼ γίναμε οἱ νουνοί του”.»

«Μακεδονία», 28-01-1965.

[2] Γιώργος Θ. Βαφόπουλος (1903-1996), λογοτέχνης και εκδότης, ιδρυτής και πρώτος Διευθυντής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Θεσσαλονίκης, ευεργέτης του Δήμου Θεσσαλονίκης (δωρητής του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου), αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο Γ. Θ. Βαφόπουλος διηγείται τη σύντομη («κράτησε μιὰ βδομάδα περίπου») αλλά σφοδρή σύγκρουση των ποιητών, διανθισμένη και με άλλα στιγμιότυπα (χαρακτηριστικά της, -κατ’ αυτόν,- «εὐμετάβλητης ιδιοσυγκρασίας» του Ριάδη), στον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Σελίδες Αὐτοβιογραφίας, τ. 1ος Τὸ Πάθος, ἔκδ. Βιβλιοπωλεῖον τῆς “Ἑστίας”, 1970, κεφ. Ὁ Αἰμίλιος Ριάδης καὶ ὁ φιλολογικὸς καυγᾶς, σ. 308-315.

[3] ιδιότητα την οποία κληρονομικῷ δικαίῳ (jure haereditatis) φέρουν άχρι του νυν πλείστοι όσοι δρόμοι (κεντρικοί και απόκεντροι).

[4] πολλά παληά ίσως έπρεπε να φύγουν, - και δεν έφυγαν• κι άλλα τόσα μάλλον έπρεπε να μείνουν, - και δεν έμειναν• κι αυτή η εγγενής αντινομία (μαζί με άλλες) κρύβει, αν δεν κακοποιεί, την ομορφιά, και μασκαρεύει, αν δεν εξαφανίζει, τη γραφικότητα.

[5] Ο προνομιούχος επισκέπτης του 1931 αγνάντευε, απ’ το μπαλκόνι της Εληάς, τους καταπράσινους μπαξέδες, που αγκάλιαζαν, απ’ τη μεριά του κάμπου, τη Βέροια. Εδώ και 40-45 χρόνια μια ολόκληρη νέα πόλη καταβροχθίζει, εκεί, τις καλλιέργειες και στρώνει τσιμεντένιο δάπεδο στην ανατολή της Βέροιας. Τι κι αν κραύγαζαν μηχανικοί και αγρότες, -όταν σχεδιαζόταν (και σχεδόν manu militari «υλοποιούνταν») η ανατολική παράκαμψη,- πως επρόκειτο για γη «υψηλής γεωργικής απόδοσης» και πως το μοναδικό πλεονέκτημα της θέας (και θέασης) του κάμπου θα έπασχε στο εξής, και δια παντός, από ανήκεστο «καταρράκτη»!

[6] «περασμένα μεγαλεία!…».

[7] «Διορισμοὶ διδασκάλων

Κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου Βερροίας ἐγκρίνεται ὁ διορισμὸς τῶν κάτωθι διδασκάλων και διδασκαλισσῶν. […] ἀνατίθεται δὲ […] ἡ διδασκαλία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης εἰς ἀμφότερα τὰ Ἰσραηλιτικὰ σχολεῖα Βερροίας εἰς τὴν διδασκάλισαν Αἰκατερίνην Κεμητζέ, […]»

«Ἀθῆναι», 23-07-1916.

[8] Αντώνιος Πρωτοψάλτου (1890-1969), Δήμαρχος Βέροιας από 01-09-1929 έως 22-03-1935 (οπότε του επιβλήθηκε τρίμηνη «παύσις») και από 22-06-1935 έως 08-01-1940 (ημερομηνία του ΦΕΚ στο οποίο δημοσιεύεται το β.δ. της απόλυσής του), ενώ στο μεγαλύτερο διάστημα της «παύσης» του (από 08-04-1935 έως 21-06-1935) στο αξίωμα του Δημάρχου είχε αναδειχθεί ο Μενέλαος Χατζηνικολάκης (1895-1976)• την ολίγων εβδομάδων θητεία του τελευταίου ο πίνακας των Δημάρχων που κοσμεί το Δημαρχείο της Βέροιας την μεταθετεί, όλως παραδόξως, στα 1939!

[9] «Εἰς τὴν Βέρροιαν ἱδρύθη ἑβδομαδιαία ἐφημερὶς “τοπική”, μὲ τίτλον “Ἐλεύθερος Λόγος”. Διευθυντὴς ὁ κ. Θ. Ἀ. Σμυρλῆς• ἀρχισυντάκτης ὁ κ. Λ. Α. Ἀμηρᾶς• διαχειριστὴς ὁ κ. Ἄγγελος Σπανίδης.»

«Νέα Ἑστία», 01-10-1928, σ. 909. 

«Ὁ “Ἐλεύθερος Λόγος”

Εἰς τὴν Βέρροιαν ἤρχισεν ἐκδιδομένη ὁ “Ἐλεύθερος Λόγος” δεκαπενθήμερος ἐπιθεώρησις Πολιτικῆς, Κοινωνικῆς, Φιλολογικῆς Πρωτοπορείας ὄργανον ἐρεύνης καὶ μελέτης ὅλων τῶν ζωτικῶν προβλημάτων Μακεδονίας. Συντάσσεται ὑπὸ ἐπιτελείου ἐπιλέκτων ἐπιστημόνων καὶ πολιτικῶν. Ἰδιοκτήτης καὶ Διευθυντὴς ὁ κ. Θρ. Σμυρλῆς. Ἡ ἔκδοσις ἑνὸς τοιούτου περιοδικοῦ ἐν Βερροίᾳ ἀποτελεῖ ἓν ἐπὶ πλέον σταθερὸν βῆμα διὰ τὴν πνευματικὴν ἐξέλιξιν καὶ πρόοδον. Ἡ Μακεδονία ἐστερεῖτο μέχρι τοῦδε ἑνὸς τοιούτου ὀργάνου ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξερευνηθῶσι τὰ πολλαπλὰ πνευματικὰ καὶ οἰκονομικὰ θέματα ταύτης.

Εἰς τοὺς σχόντας τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐκδόσεως τοῦ λαμπροῦ καὶ πλήρους μέλλοντος τοιούτου περιοδικοῦ ἀπευθύνομεν τὰ συγχαρητήριά μας.»

«Ἔθνος» 11-04-1931.

«Στὴ Βέρροια ὁ κ. Σμυρλῆς καὶ μιὰ καλὴ παρέα ἔχουν ἐκδόσει μιὰ Ἐπιθεώρησι ποὺ ὅλοι οἱ Μακεδόνες λογοτέχνται πρέπει νὰ τὴν ὑποστηρίξουν.»

«Φωνὴ τοῦ Λαοῦ», 12-04-1931.

[10] Προκόπιος Καμπίτογλου (1889-1974), Δήμαρχος Βέροιας κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής (1941-1944)• στο κεφαλόσκαλο του δημαρχιακού μεγάρου (ιστορικού Γυμνασίου της Βέροιας) ο μνημειακός μαρμάρινος πίνακας που παραδίδει στην αιωνιότητα τα ονοματεπώνυμα και τις θητείες των Δημάρχων μας, μεταξύ των άλλων εσφαλμένων αναφορών του, συμπτύσσει την θητεία του στα έτη 1942-1943.

[11] «Προχθὲς ἀφίκετο {εἰς Θεσσαλονίκην} καὶ σήμερον ἀνεχώρησεν εἰς Βέρροιαν ὁ αὐτόθι διευθυντὴς τοῦ Ξενοδοχείου ὁ “Ὄλυμπος” ἡμέτερος δὲ κάλλιστος φίλος κ. Λεωνίδας Βιλτσίδης.» 

«Μακεδονία», 25-02-1912.

[12] Βεβαίως το 1190 ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος ούτε από την Βέροια ξεκίνησε, ούτε τους Βουλγάρους ενίκησε. Ο ανταποκριτής (και ο νεαρός ξεναγός του) προδήλως συγχέουν την (τοπική) Μακεδονική Βέροια με την Θρακική Βερόη**. Το σωτήριον έτος 1190 ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος, εξεστράτευσε κατά των Βουλγάρων και έχοντας περάσει από την Αγχίαλο και την Βερόη, υπέστη δεινή ήττα στα βουνά γύρω από την (σημερινή) πόλη Τριάβνα: «ἀμύνων δὲ οὐδεὶς ἦν, οὐδ᾿ ἠδύνατο. […] Βασιλεὺς δὲ […] πρὸς τὴν Βερόην ἀποσωθεὶς εὗρε τὴν προεξελθοῦσαν ἀπαθῶς στρατιὰν οὐκ ἀγαθὰ φανταζομένην περὶ αὐτοῦ· διεθρυλλεῖτο γὰρ ὡς καὶ αὐτὸς τῷ λοιπῷ συναπολώλει στρατεύματι.». Ο Ισαάκιος (1156-1204) «ἦρξε Ῥωμαίων ἐνιαυτοὺς ἐννέα σὺν μησὶν ἑπτά, φλογερὸς ὢν τὴν ὄψιν, τὴν τρίχα πυρσός, τὴν ἡλικίαν μέσος, τὴν ἰσχὺν εὔρωστος»• η αυτοκρατορική του «διακονία», πέρα από τις άλλες στρατιωτικές ήττες, έσβησε με την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους (1204), ενώ τα δημοσιονομικά «επιτεύγματά» του αποτελούν διαχρονικά γνωρίσματα πολιτικής σήψης και παρακμής: «καὶ τὸ ἀργύριον κιβδηλεύσας ἀδόκιμον τὸ νόμισμα κέκοφε καὶ τὴν τῶν χρημάτων συλλογὴν οὐκ ἀνέγκλητον ἐποιεῖτο παντάπασι τάς τε τῶν δημοσίων φόρων εἰσπράξεις ἐπέτεινε καὶ περὶ τὴν τούτων ἀπόχρησιν ἠσωτεύετο• καὶ τὰς ἀρχὰς προὔβαλλεν εἰς ἐξώνησιν, ὡς τὰς ὀπώρας οἱ ἀγοραῖοι. {= και τα δημόσια αξιώματα τα πουλούσε σαν λαχανικά!}» (Νικήτας Χωνιάτης, Χρονικὴ Διήγησις, τόμος Γ΄ τῆς Βασιλείας Ἰσαακίου τοῦ Ἀγγέλου).

** «Πολλοὶ συγγραφεῖς, συγχέοντες τὴν Βερόην μὲ τὴν Βέροιαν, γράφουν ὅτι οἱ Βλαχοβούλγαροι κατέλαβαν (1186) τὴν μακεδονικὴν Βέροιαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, οὔτε ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου ἔλαβε προμηθείας καὶ ἀνασυνέταξε τὸν στρατόν του εἰς ταύτην» (Γεωργίου Χ. Χιονίδη, Ἱστορία τῆς Βεροίας (τῆς πόλεως καὶ τῆς περιοχῆς), 2ος τόμος, Βυζαντινοὶ Χρόνοι, έκδοση Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας, 2024, σ. 27).

[13] Ειρήνη Καραγιαννίδου, «”Ο ενθουσιώδης ψάλτης, ο ηλεκτρίζων τας ψυχάς” Αιμίλιος Ριάδης (1880-1935)», διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού «Νέο Πλανόδιον», 05-01-2025 [: https://neoplanodion.gr/2025/01/05/aimilios-riadis/].

[14] όπως το εξαιρετικό άρθρο του καλού φίλου και πολλαπλώς ενεργού πολίτη κ. Πάρη Παπακανάκη: «Τριπόταμος: εικόνες, ήχοι συναισθήματα» («Λαός», 25-10-2020).

[15] «Ὁ Αἰμίλιος εἰργάσθη καὶ ἔζησε μὲ τὸ ὄνειρον νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴν ψυχὴν στὰ τραγούδια του. […] πολλῶν ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ ποιητὴς καὶ ὁ μουσουργός, […] Ὁ Ριάδης καίτοι εἶχε τὴν αὐτοπεποίθησιν τοῦ πραγματικὰ λαμπροῦ συνθέτου, ποὺ ἦτο, ἐδεσμεύετο ἐν τούτοις ἀπὸ πολλὴν μετριοφροσύνην καὶ ἐπιφυλακτικότητα καὶ δὲν ἀπεφάσιζεν εὔκολα νὰ φέρῃ τὰ ἔργα του εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος. Ἤθελε νὰ τὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ τὰ ξαναεργασθῇ πάντοτε χωρὶς νὰ εὐχαριστῆται ἀκόμη ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα, ἀντιθέτως ἀπὸ τόσους ἄλλους ποὺ καταβάλλουν κάθε προσπάθειαν διὰ νὰ διαφημίζουν καὶ τὰς μετριωτέρας συνθέσεις των. […]»

«Ἡ Ἀπογευματινή», 19-07-1935.

[16] Φώτος Γιοφύλλης (πραγματικό όνομα: Σπύρος Μουσούρης, 1887-1981), ποιητής, συγγραφέας, δημοσιογράφος, ζωγράφος και μεταφραστής αρχαίων τραγικών• εκδότης των περιοδικών “Πολιτισμός”, “Πρωτοπορία”, “Ἐλεύθερα Ἑπτάνησα”, κ.α.

[17] συκαλεός: η συκαλλίς (sylvia atricapilla)• μικρό στρουθιόμορφο πτηνό με «αδυναμία» στα σύκα• ο μαυροσκούφης• το κυπριακό αμπελοπούλι. 

[18] «Στὴν Θεσσαλονίκη, τὴν 27 Νοεμβρίου, γιορτάσθηκε ἡ πεντηκονταετηρὶς τοῦ σημαντικωτέρου τῶν ζώντων Ἑλλήνων ποιητῶν, τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ. Τὴν πρωτοβουλία τῆς ἑορτῆς εἶχον ὡρισμένοι φιλολογικοὶ καὶ καλλιτεχνικοὶ κύκλοι τῆς Μακεδονικῆς πρωτευούσης, καὶ κυρίως, ὁ διευθυντὴς τοῦ ἐκεῖ Ἑλληνικοῦ Ὠδείου, μουσικοσυνθέτης καὶ ποιητὴς στὶς ὧρες του (ὄχι δὲ πολὺ κακός, ὄχι χειρότερος ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπὸ μερικοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος στιχουργοὺς) κ. Αἰμίλιος Ριάδης. […]»

Κλέων Παράσχος, Ἡ πεντηκονταετηρὶς τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ, «Παρνασσὸς» Νέας Ὑόρκης (Ὄργανον τῆς Ὁμοσπονδίας τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλληνικῶν Ἑπιστημονικών Συνδέσμων), τχ. 17/Ἰαν. 1928, σ. 3.

[19] «Λίγες μέρες μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Παλαμᾶ, στὸ “Μακεδονικὸν Ἡμερολόγιον” τοῦ Νίκου Σφενδόνη, τὴν πρωτοχρονιὰ τοῦ 1928, γινόταν ἡ ὁμαδικὴ ἐμφάνιση τῶν “Νέων Ποιητῶν τῆς Θεσσαλονίκης”.  Κ᾿ ἦσαν αὐτοί, ὁ Στέλιος Ξεφλούδας, ὁ Λάμπης Κολτσάκης, ὁ Ἀντώνης Θεοδωρίδης κ᾿ ἐγώ. […] {ὁ Ριάδης} προσπάθησε ν᾿ ἀμφισβητήσει τὴν ποιητική μας ἀξία, ν᾿ ἀποδείξει πὼς ὁ Ξεφλούδας κ᾿ ἐγὼ ἤμασταν δυὸ νέοι ξιππασμένοι ἀπὸ τὰ “εὐρωπαϊκά” μας διαβάσματα […] καὶ […] θέλησε νὰ μᾶς ἐξουθενώσει, ἀνάγοντάς μας σὲ ποιητικές καρικατοῦρες. […]», Γ. Θ. Βαφόπουλος, ό.π. σημ [2], σ. 311.

[20] Στέλιος Ξεφλούδας (1902-1984), φιλόλογος, πεζογράφος, συγγραφέας.

[21] «Βιολὸν ντ᾿ Ἔνγκρ»: τίτλος εμπνευσμένος από το έργο Le Violon d’ Ingres του Μan Ray, φόρο τιμής στον Γάλλο νεοκλασικό ζωγράφο Jean-Auguste-Dominique Ingres, του οποίου η συνήθεια να παίζει βιολί οδήγησε στη δημιουργία της φράσης violon d’ Ingres που υποδηλώνει το δευτερεύον χόμπι ενός καλλιτέχνη (: Ειρήνη Καραγιαννίδου, ο.π. σημ. [13]).

[22] «Ἀνταπόδωσα τὸ χτύπημα μ᾿ ἄλλο δυνατώτερο. Ἔστειλα στὴ “Μακεδονία” τὸ ἄρθρο μου μὲ τίτλο “Διατὶ ὁ κ. Ριάδης δὲν εἶναι ποιητής”. Χρησιμοποίησα τὴ μέθοδο τῆς γελοιοποίησης. 

Ἀντὶ ὅμως νὰ ἐξαντληθῶ σὲ θεωρίες, ἔκρινα σκόπιμο καὶ ἀρκετὸ νὰ περιορισθῶ στὴν ἀνάλυση ἑνὸς ποιήματός του, πού, καθὼς θυμοῦμαι, οἱ πρῶτοι του στίχοι ἄρχιζαν ἔτσι: 

Ἐκείνη π᾿ ἀγαπῶ μνήσκει στὴ Βέροια.

Μέσα στὶς νερομάνες καὶ στὰ κρυονέρια,

τὸ σπίτι της τὸ ζώνουν καταρράχτες,

π᾿ ἀχώρια τὴ βουή, θαρρεῖς ἀδειάζουν στάχτες!

Δὲ χρειάσθηκε νὰ παραβιάσω τὴ συνείδηση τῆς ἐντιμότητάς μου, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὴ μακιαβελλικὴ μέθοδο τοῦ διασυρμοῦ […] Τὸ ἴδιο τὸ ποίημα τοῦ Ριάδη μοῦ ἅπλωνε τὰ χέρια του, γιὰ νὰ πιαστῶ σὲ τούτη τὴν πολεμική μου. […]», Γ. Θ. Βαφόπουλος, ό.π. σημ [2], σ. 312-313.

[23] «Ὅταν ἀγόρασε {ο Ριάδης} ἐκεῖνο τὸ ἐξοχικό του σπίτι πάνω ἀπὸ τοὺς Καπουτζῆδες – ἦταν καλοκαίρι – τὸν χάσαμε. Δὲν κατέβαινε παρὰ σπάνια στὴν πόλι. – Τὸ ὄνειρό μου εἶναι, μοὔλεγε, νὰ κάτσω ἐκεῖ ἀπάνω νὰ γράψω.», Ἀ.{λέξανδρος} Καζαντζῆς, Ὁ Αἰμίλιος Ριάδης, περιοδικό “Μουσικὴ Κίνησις”, τχ. 10/Σεπ. 1949, σ. 6 (: στην Μουσική Βιβλιοθήκη “Λίλιαν Βουδούρη” του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών).

Καπουτζήδες = Πυλαία [: μετονομασία: (α) δ. της 09-02-1926 «Περὶ μετονομασίας κοινοτήτων καὶ συνοικισμῶν Μακεδονίας», ΦΕΚ Α΄ 55/15-02-1926: «[…] ἐγκρίνομεν τὴν μετονομασίαν […] Γ. Ἐν τῷ νομῷ Θεσσαλονίκης […] 7) Ἡ Κοινότης Καπουτζήδων εἰς “κοινότητα Στρέφας” καὶ ὁ ὁμώνυμος αὐτῇ συνοικισμὸς Καπουτζῆδες εἰς “Στρέφα”. […]»• (β) δ. της 12-03-1928 «Περὶ μετονομασίας κοινοτήτων καὶ συνοικισμῶν», ΦΕΚ Α΄ 81/14-05-1928: «[…] ἐγκρίνομεν ἵνα μετονομασθῶσι […] Α. Ἐν τῷ νομῷ Θεσσαλονίκης […] 2) Ἡ κοινότης Καπουτζήδων μετονομασθεῖσα ἤδη εἰς “κοινότητα Στρέφας” μετονομάζεται αὖθις εἰς “κοινότητα Πυλαίας” καὶ ὁ ὁμώνυμος αὐτῇ συνοικισμὸς Καπουτζῆδες εἰς “Πυλαία” (ἡ). […]».

[24] Αντώνιος Χαμουδόπουλος, 1888-1958, δημοσιογράφος και συγγραφέας, συνεργάτης εφημερίδων της Κωνσταντινούπολης, της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας, και μετά την εγκατάστασή του (το 1924) στην Θεσσαλονίκη αρχισυντάκτης της “Μακεδονίας”, εκδότης της εφ. “Ἑσπερινὰ Νέα”, Πρόεδρος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης 1927-1933.

[25] Γ. Θ. Βαφόπουλος, ό.π. σημ [2], σ. 313.

[26] Μανώλης Καλομοίρης (1883-1962), μουσικοσυνθέτης και μουσικοπαιδαγωγός, ο θεμελιωτής της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής και πρωτεργάτης της μουσικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

[27] Αύρα Θεοδωροπούλου (1880-1963), μουσικός, κριτικός, πρωτοπόρος του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδας, μαχητική πρωταγωνίστρια των διεκδικήσεων για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, ιδρύτρια και πρόεδρος του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας.

[28] «Δημοκρατία», 07-02-1925 και 10-02-1925. Στην ίδια εφημερίδα «εἰς τὰ ἄρθρα τῆς κ. Αὔρας Θεοδωροπούλου ἐπὶ τῆς συναυλίας Ριάδη παρεμβάλλονται μερικαὶ ἐνθουσιώδεις καὶ ἐνδιαφέρουσαι κρίσεις φίλου καὶ διακεκριμένου κριτικοῦ γράφοντος πρὸς ἡμᾶς ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον “Σίγκφριντ”» 08-02-1925 και 24-02-1925.

[29] «Λεύκωμα τῆς Βορείου Ἑλλάδος / Φιλολογία - Ἐπιστήμη - Τέχνη», της Γεωργίας Στ. Νένε, αυτοτέκδοση, Αθήνα, 1935.

[30] Νίκος Καμμώνας (περίπου 1890-1955), δημοσιογράφος και συγγραφέας• ρεπόρτερ, χρονογράφος, με δηκτικό και σατυρικό ύφος, και συντάκτης ιστορικών αναγνωσμάτων σε εφημερίδες της Θεσσαλονίκης.

[31] Αντώνιος Θεοδωρίδης (1896-1957), δημοσιογράφος (εφ. «Μακεδονία», «Νεολόγος», «Ἐφημερίς τῶν Βαλκανίων»), διευθυντής της εφ. «Νέα Ἀλήθεια», εκδότης της βραχύβιας εφ. «Νέοι Καιροὶ» (που διέκοψε την έκδοσή της κατά την δικτατορία της 4ης Αυγούστου), διευθυντής (1956) του Ραδιοφωνικού Σταθμού Θεσσαλονίκης, διατελέσας και Πρόεδρος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης.

Εφημερίδα Λαός
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: Εφημερίδα Λαός - Τοπική Εφημερίδα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ  ΤΩΝ ΑΔΕΣΠΟΤΩΝ ΖΩΩΝ ΚΑΙ  Η ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ  ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ο ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΑΔΕΣΠΟΤΩΝ ΖΩΩΝ ΚΑΙ Η...

Συντάκτης: ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΒΑΣΙΑΔΗΣΤα περιστατικά...

«Όλοι ένοχοι!» -Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής και η δημοκρατία που άργησε να αντιδράσει

«Όλοι ένοχοι!» -Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής και η...

Γράφει ο Γιώργος ΜακαρατζήςΗ απόφαση «Όλοι ένοχοι για ...

Ιστορίες της καθημερινότητας «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα»

Ιστορίες της καθημερινότητας «Αμαρτίαι γονέων...

Του Θανάση ΜελετίδηΊσως η παροιμία να αναφέρεται σε...

Σκάκι  για αρχάριους Μέρος 5

Σκάκι για αρχάριους Μέρος 5

Του Σάκη ΤριανταφυλλίδηΠροπονητή ΣκακιούΠώς να...

Υπάρχουν σήμερα «ΑΝΘΡΩΠΟΙ»;

Υπάρχουν σήμερα «ΑΝΘΡΩΠΟΙ»;

Tου Ιερέως Παναγιώτου Σ. ΧαλκιάΣε μια εποχή σαν τη δική...

«ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ ΓΗ ΤΟΥ ΑΤΑΠΑΖΑΡ» Μέρος 4ο

«ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ ΓΗ ΤΟΥ ΑΤΑΠΑΖΑΡ» Μέρος 4ο

Γράφει ο Γιώργος ΚοτζαερίδηςΣυνέχεια από το...

ΠΕΡΙΣΣΕΥΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ….

ΠΕΡΙΣΣΕΥΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ….

Φαίνεται πως περισσεύουν άνθρωποι.Χάνονταιφορώντας...

Υπογράφηκε την Πέμπτη το καταστατικό… Διεπαγγελματική Οργάνωση Ροδακίνων: Νέο νομικό πρόσωπο για τον συντονισμό του κλάδου και την προώθηση του προϊόντος

Υπογράφηκε την Πέμπτη το καταστατικό…...

Ένα νέο νομικό πρόσωπο που θα αφορά μόνο στο ροδάκινο,...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ # ΝΕΑ

Σχετικά άρθρα

Με απόφαση του Δημάρχου Βέροιας, Κωνσταντίνου Βοργιαζίδη, σήμερα Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026, όλες οι σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια)...

Η είδηση της αιφνίδιας απώλειας του 66χρονου ηλεκτρολόγου Γιώργου Κουτσιώνη, το πρωί της Τετάρτης (29/5/2024), σκόρπισε θλίψη στην κοινωνία της Βέροιας.  Ο Γιώργος Κουτσιώνης υπήρξε άριστος επαγγελματίας και...

Θανατηφόρο τροχαίο σημειώθηκε σήμερα, πρωί Δευτέρας 1 Απριλίου, λίγο πριν τις 10.00, στην Πατρίδα Βέροιας, όταν  ΙΧ αυτοκίνητο που κινούνταν απο Βέροια προς Νάουσα , ξέφυγε απο τον έλεγχο, πέρασε στο αντίθετο...

Από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος - Καθαριότητας και Πολιτικής Προστασίας του Δήμου Βέροιας, ανακοινώνεται ότι επικαιροποιήθηκε από την ΕΜΥ, το έκτακτο δελτίο επιδείνωσης καιρού, το οποίο για την περιοχή μας,...