Του Τάσου Πρωτοψάλτου*
Τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα (ΔΗΠΕΘΕ) συνιστούν έναν από τους πλέον καίριους θεσμούς της πολιτιστικής αποκέντρωσης στην Ελλάδα. Η ίδρυσή τους υπήρξε άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάγκη μετατόπισης της θεατρικής δημιουργίας πέρα από τα μεγάλα αστικά κέντρα, συγκροτώντας ένα δίκτυο πολιτιστικής παραγωγής στην περιφέρεια. Σήμερα, ωστόσο, καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τη λειτουργία και τη φυσιογνωμία τους εντός ενός ριζικά μεταβαλλόμενου πολιτιστικού και κοινωνικού πλαισίου.
Η πρόκληση δεν έγκειται πλέον στη διατήρηση της δραστηριότητας, αλλά στη συγκρότηση μιας συνεκτικής και αναγνωρίσιμης καλλιτεχνικής κατεύθυνσης. Το περιφερειακό θέατρο δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια αλληλουχία μεμονωμένων παραγωγών, αποκομμένων από ένα ευρύτερο σκεπτικό. Αντιθέτως, οφείλει να αρθρώνει μια σαφή αισθητική ταυτότητα, ικανή να συγκροτεί λόγο, να παράγει συνέπεια και να διαμορφώνει σχέση εμπιστοσύνης με το κοινό του.
Παράλληλα, η εξωστρέφεια και η διεθνής δικτύωση καθίστανται όχι απλώς επιθυμητές, αλλά αναγκαίες συνθήκες βιωσιμότητας. Η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα, οι συμπαραγωγές και οι διακρατικές καλλιτεχνικές ανταλλαγές επανατοποθετούν την περιφέρεια ως ενεργό κόμβο στο ευρύτερο πολιτιστικό οικοσύστημα, υπερβαίνοντας τη λογική της γεωγραφικής περιθωριοποίησης.
Εξίσου κρίσιμος αναδεικνύεται ο εκπαιδευτικός και ερευνητικός ρόλος των ΔΗΠΕΘΕ. Μέσα από δομές φιλοξενίας, εργαστήρια και συνεργασίες με εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα περιφερειακά θέατρα δύνανται να λειτουργήσουν ως πεδία καλλιτεχνικής έρευνας και καλλιέργειας νέων δημιουργών, ενισχύοντας τη διασύνδεση της τέχνης με την κοινωνία.
Η εμπειρία συνεργασίας με φορείς της περιφέρειας, σε συνδυασμό με την επαφή με διεθνή ακαδημαϊκά και δημιουργικά περιβάλλοντα, αναδεικνύει την ανάγκη για έναν περισσότερο δομημένο και στρατηγικά επεξεργασμένο τρόπο λειτουργίας. Η καλλιτεχνική δημιουργία δεν μπορεί να εξελίσσεται αποκομμένα από τον σχεδιασμό, τη θεσμική συνέπεια και τη συνέχεια.
Στο πλαίσιο αυτό, η διαφάνεια και η σαφήνεια των διαδικασιών καθίστανται καθοριστικές. Η ανοιχτή πρόσβαση στις καλλιτεχνικές ευκαιρίες και η ύπαρξη ευδιάκριτων κριτηρίων επιλογής ενισχύουν την αξιοπιστία του θεσμού και εδραιώνουν μια σχέση εμπιστοσύνης με τους δημιουργούς και την τοπική κοινωνία.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι περιφερειακές πόλεις επαναδιατυπώνουν την ταυτότητά τους, ο πολιτισμός δύναται να λειτουργήσει ως πυλώνας στρατηγικής ανάπτυξης. Τα ΔΗΠΕΘΕ έχουν τη δυνατότητα να μετασχηματιστούν σε ενεργούς κόμβους παραγωγής και διαλόγου, συνδέοντας το τοπικό με το διεθνές και το παρόν με μια δυναμική προοπτική.
Η επόμενη φάση για τον θεσμό δεν αφορά απλώς τη συνέχιση της λειτουργίας του, αλλά τη μετάβασή του σε ένα πιο ανοιχτό, εξωστρεφές και οργανωμένο μοντέλο. Ένα μοντέλο που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής, διατηρώντας ταυτόχρονα τον δημόσιο και κοινωνικό του χαρακτήρα.
Ο διάλογος για το μέλλον των ΔΗΠΕΘΕ δεν αφορά αποκλειστικά τον θεατρικό χώρο, αλλά τις ίδιες τις πόλεις και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον πολιτισμό ως δημόσιο αγαθό και μοχλό ανάπτυξης.
*Σκηνογράφος – Ενδυματολόγος
Καθηγητής Καλών Τεχνών





