Γράφει ο Γιώργος Κοτζαερίδης
Μία παλιά ταμπέλα έδειχνε ότι το επόμενο χωριό ήταν το Σούμπατακ σε απόσταση περίπου 5-6 χιλιομέτρων, δεν θυμάμαι και πολύ καλά.
Ο δρόμος όσο πήγαινε, γινόταν χειρότερος και ο κρότος που ακούγονταν κάτω από το αυτοκίνητό μου φανέρωνε όχι μόνο χαλίκια αλλά και κοτρόνες. Τα νερά της βροχής που προηγήθηκε παρέσυραν πέτρες και τις άφησαν πάνω στον δρόμο, δυσχεραίνοντας το διάβα μου.
Ήταν Μάης και οι λόφοι γύρω μου ήταν καταπράσινοι, γεμάτοι φουντουκιές. Δεν έβλεπες κανένα άλλο δέντρο μόνο φουντουκιές που έφθαναν μέχρι τις αυλές των σπιτιών.
Μετά από δέκα λεπτά έφθασα στο Σούμπατακ που ήταν κτισμένο αντικριστά σε δύο πλαγιές.
ΣΟΥΜΠΑΤΑΚ
Σούμπατακ στην Τουρκική γλώσσα σημαίνει βάλτος. Πάντως εγώ δεν είδα κανέναν βάλτο παρά ένα πανέμορφο χωριό, πνιγμένο κι αυτό στις φουντουκιές.
Στο αρχείο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών στην Αθήνα είχα βρει τα παρακάτω στοιχεία για το όμορφο αυτό χωριό.
Το Σούμπατακ βρίσκεται σε υψόμετρο 150 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και απέχει ενάμισι χιλιόμετρα ΒΔ του Γιασί-Γκετσίτ και 28 ΒΔ του Ατάπαζαρ.
Στο χωριό κατοικούσαν 70 οικογένειες που κατάγονταν από τα χωριά της Ορντούς, της Νικόπολης και του Καρά- Σαρή.
Ανάμεσα στους κατοίκους υπήρχαν πολλές γλωσσικές διαφορές που φανέρωναν και τον τόπο καταγωγής τους. Το κλίμα του χωριού ήταν πολύ καλό, ξερό χωρίς υγρασία, με πολύ κρύο και χιόνι τον χειμώνα.
Το χωριό λόγω της γεωγραφικής του θέσης χωρίζονταν σε δυο μαχαλάδες που βρίσκονταν ο καθένας στις δυο πλαγιές.
Οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και ακατάστατοι. Τον χειμώνα υπήρχε πολύ λάσπη που τους μετέτρεπε σε απροσπέλαστους.
Η πλατεία του χωριού βρίσκονταν μπροστά από την εκκλησία και εκεί υπήρχε ένα καφενεδάκι όπου το καλοκαίρι διασκέδαζαν οι άντρες.
Πανηγύρια και χοροί γίνονταν επίσης στην τοποθεσία όπου έκαναν τα αλώνια. Τα σπίτια του χωριού ήταν ξύλινα ,διόροφα και είχαν σκεπή με χάρτωμα. Ήταν αραιοκτισμένα με μεγάλες χωρίς φράκτες αυλές.
Για την ύδρευσή τους είχαν κατασκευάσει ένα ντεπόζιτο όπου με ξύλινα κιούγκια (σωλήνες) μετέφεραν το νερό που είχε η ρεματιά.
Τα χωράφια τους έφθαναν μέχρι τον Σαγγάριο ποταμό που απείχε 3-5 χιλιόμετρα από το χωριό.
Στην περιοχή εκείνη δεν υπήρχε γέφυρα και για να περάσουν το ποτάμι χρησιμοποιούσαν το σαντάλ, μια μεγάλη ξύλινη σχεδία που την έσπρωχναν με μεγάλα κοντάρια.
Κύριες παραγωγές των κατοίκων ήταν τα δημητριακά, καλαμπόκια πατάτες και φουντούκια. Κάθε σπίτι είχε 2-3 αγελάδες και 50-100 αιγοπρόβατα από τα οποία έπαιρναν τα γαλακτοκομικά προϊόντα.
Έλεγαν οι παλιότεροι, ότι ένας Κωνσταντινουπολίτης ονόματι Τσιρά πάντρεψε την κόρη του με έναν νέο του χωριού.
Ο Τσιρά είχε ένα μεγάλο ξενοδοχείο στην Πόλη το «Λόντρα» και εκεί δούλευε ο γαμπρός του σαν μάγειρας. Σιγά –σιγά οι νέοι του χωριού πήγαιναν στο ξενοδοχείο να δουλέψουν και απέκτησαν την φήμη σπουδαίων μαγείρων.
Εκτός από μάγειρες, πολλοί νέοι του Σούμπατακ δούλευαν στον Γαλατά σαν φύλακες σχολείων.
Στο χωριό προήδρευε ο μουχτάρης με 3-4 αζάδες.
Η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Παύλο και ήταν η ομορφότερη της περιοχής στολισμένη με γαλλικά κόκκινα κεραμίδια.
Στην αρχή κτίστηκε μία μικρή εκκλησία, αλλά αργότερα με την βοήθεια των συμπατριωτών τους από την Κωνσταντινούπολη, επεκτάθηκε και έγινε το στολίδι της περιοχής.Στο κέντρο της υπήρχε ένας επιβλητικός θόλος.
Η καμπάνα παραγγέλθηκε από την Ρωσία και όταν κτυπούσε την άκουγαν και τα γύρω χωριά.
Τα οικονομικά της εκκλησίας διαχειρίζονταν οι εκκλησιαστικοί επίτροποι.
Έξω από το χωριό και σε απόσταση μιας ώρας από αυτό υπήρχαν τα παρεκκλήσια του Αγίου Δημητρίου και της Παναγίας.
Τα νεκροταφεία απείχαν 200 μέτρα από την εκκλησία.
Το δημοτικό σχολείο είχε 6 τάξεις αλλά λόγω έλλειψης μαθητών λειτουργούσαν μόνο οι τρεις. Διδάσκονταν Ανάγνωση, Γραμματική, Ιερά Ιστορία και Ψαλτική.
ΤΟΠΟΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΤΑΒΓΑΛΟΥ.
Βρίσκονταν μέσα στο δάσος και απείχε μισή ώρα έξω από το χωριό. Στα Ελληνικά μεταφράζεται σφραγισμένο μέρος. Σε αυτήν την περιοχή είχαν βρει οι παλιότεροι εικονίσματα, σταυρούς, καντήλια χωρίς όμως να υπάρχουν ερείπια. Ποιος τα άφησε εκεί, ήταν άγνωστο.
Οι κάτοικοι του χωριού μετά την Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκαν στους νομούς Κοζάνης και Ημαθίας.
Έκανα μία βόλτα στο χωριό το οποίο σήμερα διαθέτει μόνο καινούργια σπίτια με μεγάλες αυλές και μεγάλους φράκτες.
Δεν υπάρχει τίποτε το Ελληνικό. Αναγκάσθηκα να φύγω νωρίς διότι έπρεπε να φθάσω πριν βραδιάσει στην Κουρούντερε.
Συνεχίζεται...





