Του Ηλία Τσιαμήτρου
Όταν ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ανακηρύχτηκε εξ ανάγκης και φόβου βασιλιάς της Μακεδονίας, επισκέφτηκε περιχαρής τη Βέροια που θεωρούνταν από τα παλιά χρόνια ο γενέθλιος τόπος των προγόνων του. Ήταν Άνοιξη του 293 π.Χ. και ο κάμπος της Ημαθίας έθαλλε καταπράσινος κάτω απ’ τον μαγιάτικο ήλιο. Ο Αλιάκμων ο μέγας ποταμός ασημογυάλιζε ανάμεσα στις λεύκες, ενώ μια χλιαρή πνοή αγέρα κατέβαινε απ’ τα Πιέρια και χάιδευε λιγωμένη τους κίονες του επιβλητικού ανακτόρου του Φιλίππου στις γειτονικές Αιγές, την παλιά πρωτεύουσα των Τημενιδών[1].
Δυο χρόνια μόλις πριν, ο Δημήτριος τεμπέλιαζε στην αγαπημένη του Αθήνα διάγοντας βίο τρυφηλό κι ανάρμοστο για μελλοντικό βασιλέα. Όντας άντρας ωραίος, γλεντζές και γυναικάς, ενέδωσε μ’ ευκολία στις κολακείες των Αθηναίων, που τού είχαν παραχωρήσει ακόμη και ιδιαίτερο χώρο στον Παρθενώνα για να δέχεται την ατέλειωτη χορεία των κοινών γυναικών που τον τριγύριζαν. Πίσω απ’ την πλάτη του ο λαός μυστικά τον χλεύαζε και μουρμούριζε χαιρέκακα πως ούτε ο ίδιος γνώριζε πόσες γυναίκες νυμφεύτηκε, πόσες γλέντησε και πόσα μούλικα έσπειρε στον ταραχώδη βίο του. Κανείς όμως δεν αμφισβητούσε πως ήταν ένας θαυμάσιος στρατιώτης. Φιλόδοξος, πεισματάρης κι έξυπνος, είχε κουρσέψει αμέτρητες πολιτείες με ‘κείνους τους πύργους που κατά καιρούς μηχανευόταν. Μονάχα, να, ήταν χαρακτήρας δύσκολος λέγανε αυτοί που τον είχαν γνωρίσει. Εγωιστής, συμφεροντολόγος κι άστατος, πιο εύκολα έκανε εχθρούς παρά φίλους.
Τότε ήταν που τον κάλεσε στη Μακεδονία ο Αλέξανδρος, ο μικρός γιος του βασιλιά Κάσσανδρου (που είχε μόλις αποδημήσει εις Κύριον εξ αιτίας υδρωπικίας) και της Θεσσαλονίκης, της ετεροθαλούς αδερφής του Μεγαλέξανδρου. Ο νεαρός πρίγκιπας τού γύρεψε να τον βοηθήσει ν’ αρπάξει αυτός τον θρόνο αντί του αδερφού του Αντίπατρου. Όταν ο Αντίπατρος νικήθηκε και ο Αλέξανδρος στέφτηκε βασιλιάς, κατάλαβε πως είχε βάλει μπελά μεγάλο στο κεφάλι του, μα ήταν πολύ αργά για να μετανοήσει. Μια αφέγγαρη και παγωμένη νύχτα στη Λάρισα, μετά από ένα φιλικό δείπνο, ο Δημήτριος δολοφόνησε άσπλαχνα τον δύστυχο Αλέξανδρο και οι Μακεδόνες εκόντες άκοντες τον ανακήρυξαν βασιλιά τους στη θέση του.
Έτσι έγινε και βρέθηκε ο βασιλεύς Δημήτριος στη Βέροια, με λαμπρή κουστωδία παρατρεχάμενων και έναν στρατό ετοιμοπόλεμο, που στα μάτια των πολιτών, διατηρούσε λίγη απ’ την αίγλη της χρυσής στρατιάς των Μακεδόνων που λίγα χρόνια πριν είχε κινήσει απ’ τις κοντινές Αιγές για να κατακτήσει ολάκερη την οικουμένη. Δεν είναι παράξενο λοιπόν, πως όλη η πόλη βγήκε στους δρόμους να τον προϋπαντήσει. Ήταν σαρξ εκ της σαρκός τους ο νέος βασιλιάς, ο γιος του γενναίου Μονόφθαλμου[2] του παλαιόθεν συντοπίτη τους. Ηχούσαν οι σάλπιγγες, ζητωκραύγαζε ο κόσμος, έβγαζαν λόγους περιπαθείς οι άρχοντες, στήθηκε ένα πανηγύρι απ’ τα ολίγα. Κολακευμένος απ’ τις εκδηλώσεις λατρείας του πλήθους και τα μεγάλα λόγια των αρχόντων, ο Δημήτριος ανέβηκε στην ψηλή εξέδρα που είχε στηθεί επί τούτω στο κέντρο της αγοράς, και διέπραξε αυτό που διαπράττουν όλοι οι πολιτικοί ανά την Υφήλιο και ανά τους αιώνας σε ανάλογες περιστάσεις: υποσχέθηκε. Ο βασιλεύς υποσχέθηκε να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα των Βεροιέων που θα του υποβάλλονταν γραπτώς εντός των επόμενων δύο ημερών. Τούτο υποσχεθείς, κατέβηκε απ’ την εξέδρα και τράβηξε για το κυβερνείο εν μέσω των επευφημιών και του υστερικού παραληρήματος του ικανοποιημένου πλήθους.

«Από τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗ κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του Ηλία Τσιαμήτρου με τίτλο «ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΔΟΛΟΣ - ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΤΙΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»
Επί δύο συναπτές ημέρες οι Βεροιείς έζησαν στην φρενίτιδα του απόηχου εκείνης της βασιλικής υποσχέσεως. Οι γραφείς δεν προλάβαιναν να γράφουν, οι χαράκτες να χαράσσουν, οι πολίτες να υπαγορεύουν. Οι πάπυροι εξαντλήθηκαν, οι πινακίδες δεν έφταναν, οι τσίγκοι δεν ήταν αρκετοί. Στο τέλος, πανάκριβα ενδύματα από λινό ή μεταξωτό ύφασμα κομματιάστηκαν ώστε να βρεθεί χώρος να καταχωρηθούν τα απειράριθμα ρουσφέτια. Αναμφισβήτητα οι γνωρίζοντες γραφή και ανάγνωση έγιναν τα πρόσωπα των ημερών. Οι υπηρεσίες τους κατέστησαν περιζήτητες. Το κύρος τους αναπτερώθηκε, η αγορά αναστατώθηκε, οι τιμές εκτοξεύτηκαν σε ύψη δυσθεώρητα. Για δυο-τρεις προτάσεις γύρευαν πλέον να πληρωθούν ως εάν έγραφαν ολόκληρη νεκρολογία. Τα ολίγον πιο λεπτομερή αιτήματα χρεώνονταν όσο μια έγγραφη απολογία. Τα περιπλοκότερα κοστολογούνταν ίσαμε ένα αντίγραφο επικού ποιήματος.
Έντρομος ο Δημήτριος παρατηρούσε τον σωρό των αιτημάτων των υπηκόων του να αυγαταίνει στη μέση της κάμαρης που του είχε παραχωρηθεί στο κυβερνείο της πόλης. Πριν καν συμπληρωθεί η ρηθείσα προθεσμία, ο βασιλεύς έβγαλε την πορφυρή χλαμύδα του και διέταξε να ριχθούν τα παντός είδους σημειώματα εντός της, σίγουρος πως ήταν αδύνατον ακόμη και να τα διαβάσει πόσο μάλλον να τα ικανοποιήσει. Η χλαμύδα γέμισε και φούσκωσε σαν ασκί. Ο Δημήτριος γύρεψε από έναν χειροδύναμο σωματοφύλακα να την δέσει με τριπλό κόμπο, κάτι που μετά μεγάλου βασάνου έγινε κατορθωτό. Ύστερα, σύναξε την Αυλή του, ετοίμασε το στρατό για πορεία, κι εγκατέλειψε την πόλη εξοργισμένος με την απληστία των πολιτών της, χωρίς να χαιρετήσει καν τους άρχοντες που απέμειναν σύξυλοι. Ειπώθηκε γενικώς πως ο βασιλεύς και ο στρατός τράβηξαν ανατολικά, προς τη Θράκη, για να πολεμήσουν τον άσπονδο φίλο του τον Λυσίμαχο.
Περνώντας τη γέφυρα του ποταμού Αξιού, ο Δημήτριος κράτησε λιγάκι το πολεμικό του άλογο και γύρεψε απ’ τους σωματοφύλακες να φέρουν την ξέχειλη χλαμύδα με τα αιτήματα. Αγανακτισμένος, την έριξε με τα ίδια του τα χέρια στα θολά νερά, κραυγάζοντας προς τον ουρανό και τους θεούς πως ο ίδιος αν και βασιλεύς ήταν ανίκανος να ικανοποιήσει τόση πλεονεξία και πως ίσως ο ποταμός μπορούσε να το καταφέρει. Ύστερα, σπιρούνισε το ζώο και χύθηκε στον κάμπο της Θεσσαλονίκης, της πολιτείας που μόλις λίγα χρόνια πριν είχε ιδρύσει ο Κάσσανδρος προς τιμήν της γυναίκας του.
Όλα ετούτα έγιναν γνωστά στους Βεροιείς μέσω ενός περαματάρη που στεκόταν με τη βάρκα του πλάι στο γεφύρι. Λέγεται μάλιστα πως έφερε πίσω στην πόλη και μερικούς παπύρους με αιτήματα που κατάφερε να διασώσει. Ευτυχώς όμως για τους αιτούντες, το μελάνι είχε σβηστεί απ’ τα ορμητικά νερά του ποταμού. Μετά την πρώτη έκπληξη, οι Βεροιείς ξέσπασαν σε ύβρεις και κατάρες εναντίον του Δημητρίου, χαμηλοφώνως όμως και μέσα απ’ τα δόντια τους. Βλέπεις, ο βασιλιάς είχε αφήσει γερή φρουρά στα τείχη της πόλης και ο φόβος να φτάσουν στ’ αφτιά του οι κατάρες τους ήταν υπαρκτός. Και τότε, ποιος άραγε θα τους έσωζε απ’ τη βασιλική οργή του;
Αντί επιλόγου
Δοθείσης ευκαιρίας, οι Βεροιείς λίγα χρόνια αργότερα ανταπέδωσαν στον βασιλιά τα ίσα. Όταν ο Πύρρος ο «Αετός της Ηπείρου» εξεστράτευσε εναντίον του Δημητρίου, άνοιξαν τις πύλες της πόλης και του παρέδωσαν προθύμως τα κλειδιά της. Την ίδια ώρα, στον κάμπο της Ημαθίας, οι Μακεδόνες στρατιώτες του Δημητρίου αυτομολούσαν κατά εκατοντάδες στο στρατόπεδο του Πύρρου. Μέσα σε λίγες ώρες, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής έχασε το βασίλειο της Μακεδονίας. Ευτυχώς για ‘κείνον, γλίτωσε τουλάχιστον τη ζωή του δραπετεύοντας νύκτωρ απ’ το στρατόπεδο ντυμένος με ρούχα απλού χωρικού.
[1]: Η πρώτη δυναστεία που βασίλεψε στο Μακεδονικό βασίλειο
[2]: Αντίγονος Α’ ο Μονόφθαλμος, στρατηγός και εκ των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου





