Της Ιωάννας
Βαλδήρ
Στον κόσμο της
θεωρίας, το τραύμα είναι μια ρωγμή. Στην ελληνική πραγματικότητα όμως, η ρωγμή
έγινε το ίδιο το σπίτι μας. Το ένιωσα παρακολουθώντας το Δημοτικό Συμβούλιο
Εφήβων του Δήμου Βέροιας. Τα παιδιά μιλούσαν σαν να έχουν μεγαλώσει μέσα σε μια
μόνιμη ομίχλη απώλειας.
Δεν χάσαμε μόνο
όσα έσβησαν στις ουρές των ΑΤΜ το 2015. Χάσαμε την αίσθηση ότι μπορούμε να
περιμένουμε κάτι καλύτερο. Η πανδημία, οι πόλεμοι, η ενεργειακή κρίση και η
συνεχής αστάθεια έκαναν την καθημερινότητα εύθραυστη. Το «αύριο» έπαψε να
μοιάζει με συνέχεια και μετατράπηκε σε απειλή.
Τέσσερις γενιές
Ελλήνων μεγάλωσαν με σχέδια που ακυρώνονται πριν καν ξεκινήσουν. Χωρίς ορατό
εχθρό, μόνο με μια μόνιμη φθορά που σου κόβει τον δρόμο πριν τον περπατήσεις.
Αυτό το συλλογικό τραύμα περνάει από γενιά σε γενιά σαν μια αθόρυβη,
κληρονομική αδυναμία. Η νέα γενιά δεν ξεκινά από το μηδέν, αλλά από το μείον.
Δεν σχεδιάζει. Δεν ονειρεύεται. Δεν ρισκάρει.
Και η αβεβαιότητα
δεν μένει πια στα σπίτια μας, φεύγει μαζί με τους νέους. Το Brain Drain δεν
είναι τάση, είναι η πιο ηχηρή ψήφος δυσπιστίας. Στο Δημοτικό Συμβούλιο Εφήβων,
ένας έφηβος διατύπωσε μια φράση που μου αποτυπώθηκε έντονα: «Το brain drain δεν
είναι απλώς οικονομικό φαινόμενο. Είναι η σιωπηλή
παραδοχή μιας χώρας που δεν ξέρει τι να κάνει με τα πιο ικανά παιδιά της.»
Για όσους μένουν,
η αναστολή γίνεται αδιαφορία. Πώς να πιστέψεις στην πολιτική, όταν η ζωή σου
αλλάζει από κρίσεις που δεν πέρασαν ποτέ από κάλπη; Η απομάκρυνση γίνεται το
τελευταίο οχυρό, αν δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο που καταρρέει, προσπαθείς
να κρατήσεις όρθιο το δικό σου μικρό οικοσύστημα.
Οι νέοι δεν
παλεύουν με όσα χάθηκαν. Παλεύουν με την αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να
σταθεί. Το μέλλον δεν ανοίγει, μπλοκάρει.
Κι αν η
πραγματική πρόκληση δεν είναι να συγκρατήσουμε τους νέους, αλλά να τους
πείσουμε ότι αυτή η χώρα μπορεί ακόμη να τους χωρέσει, τότε μένει ένα ερώτημα
που δεν μπορούμε άλλο να αναβάλουμε: τι
πρέπει επιτέλους να αλλάξει ώστε μια ολόκληρη γενιά να θελήσει να μείνει;





