Του Γιώργου Εμμ. Γαλανομάτη*
Οι πρόσφατη λαϊκή εξέγερση που έχει λάβει χώρα στην επικράτεια της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν από τα τέλη του περασμένου έτους και υφίσταται μέχρι και σήμερα, εγείρει σημαντικά ερωτήματα αναφορικά με το μέλλον του καθεστώτος Χαμενεΐ, ενώ συνάμα έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον ισχυρών κρατών, κυρίως των ΗΠΑ, για μια αναμενόμενη καθοριστική επέμβαση εν μέσω της αστάθειας της Ιρανικής κυβέρνησης. Πιο συγκεκριμένα, διαδηλώσεις από καταστηματάρχες και εμπόρους παζαριών στην Τεχεράνη οδήγησαν σε μια συσπειρωμένη εθνική επανάσταση εναντίον της κυβέρνησης Αλί Χαμενεΐ, η οποία βρίσκεται στην εξουσία από το 1989, αναλαμβάνοντας τα ηνία της εξουσίας κατόπιν του θανάτου του προκατόχου Αγιατολάχ Χομεϊνί.
Οι διαδηλώσεις αυτές, αν και ξεκίνησαν με πρόσχημα την αύξηση του πληθωρισμού και της γενικότερης οικονομικής κατάστασης της χώρας, σύντομα επεκτάθηκαν ως έκφραση έντονης λαϊκής δυσαρέσκειας έναντι στην αυταρχική πολιτική και καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων από την κυβέρνηση, ενώ θεωρείται ακόμη ως επέκταση των διαδηλώσεων που έλαβαν χώρα στο διάστημα 2022-2023 με αφορμή την δολοφονία της Μαχσά Αμινί από την αστυνομία ηθών επειδή δεν φορούσε σωστά το χιτζάμπ. Η κυβέρνηση μάλιστα απάντησε γρήγορα με καταστολή της επανάστασης, αξιοποιώντας την ονομαζόμενη ‘Φρουρά της Ισλαμικής Επανάστασης’ για την εκτέλεση χιλιάδων διαδηλωτών, απαριθμώντας πάνω από 22.000 συλληφθέντες και πάνω από 3000 νεκρούς.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η επανάσταση αυτή κέρδισε ταχέως το ενδιαφέρον της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία υπόσχεται υποστήριξη των διαδηλωτών και ανατροπή του καθεστώτος Χαμενεΐ, καθώς το τελευταίο δρα ενάντια στο εδραιωμένο Διεθνές Σύστημα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ήτοι, θα μπορούσε κανείς εύλογα να επισημάνει ότι η περίπτωση αυτή δεν διαφέρει ιδιαίτερα με την περίπτωση Μαδούρο, καθώς εικάζεται για ακόμη μια φορά η καθοριστική επέμβαση από την κυβέρνηση Τραμπ για την καθαίρεση από την εξουσία ενός αυταρχικού ηγέτη, ενώ δεν φαντάζει καθόλου απίθανη μια παρόμοια στρατιωτική επιχείρηση με της Βενεζουέλας.
Βέβαια, μια ενδεχόμενη καθαίρεση ενός τόσο σημαντικού πολιτικού ηγέτη, ενώ θα γινόταν στο πρόσχημα της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της περιφερειακής ασφάλειας, αποκαλύπτει και τα πολιτικά οφέλη για τις ΗΠΑ. Ως γνωστόν, τα δύο κράτη διατηρούν ιδιαίτερα τεταμένες σχέσεις μεταξύ τους, και από το 1980 και έπειτα έχουν διακόψει και επισήμως οποιαδήποτε μορφή διμερούς διπλωματικής επαφής, κυρίως εξαιτίας του επεισοδίου ομήρων το 1979, όπου 66 αμερικανοί διπλωμάτες και πολίτες τέθηκαν όμηροι στην Αμερικανική Πρεσβεία στην Τεχεράνη. Οι λόγοι διαφωνίας μεταξύ των δύο κρατών είναι πολυδιάστατοι και υφίστανται πριν ακόμη την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.
Από την πλευρά του Ιράν, η Αμερική πρεσβεύει ένα δόγμα αντίθετο στις πολιτικές βλέψεις του πρώτου και σε συνδυασμό με μια συσπειρωμένη δυσαρέσκεια έναντι ξένων κρατικών παρεμβάσεων, όπως για παράδειγμα το πραξικόπημα που οργάνωσαν οι Αμερικανικές Μυστικές Υπηρεσίες με τον πρώην Σάχη για την καθαίρεση του Μοσαντέκ από την εξουσία το 1953, δημιούργησαν ένα έντονο εθνικό αίσθημα έναντι της Δυτικής παρέμβασης και των ΗΠΑ ειδικότερα. Για τις ΗΠΑ από την άλλη, η Ισλαμική δημοκρατία του Ιράν πρεσβεύει έναν άνευ προηγουμένου καταπατητή ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος αναπτύσσει πυρηνικά, εναντιώνεται στο Σιωνιστικό Κίνημα ( νυν Ισραήλ) και χρηματοδοτεί τρομοκρατικές οργανώσεις όπως την Χαμάς στην Γάζα, την Χεσμπολάχ στον Λίβανο και τους Χούθι στην Υεμένη. Οι προαναφερθείσες αιτίες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το Ιράν αποτελεί εταίρο με τους κύριους ανταγωνιστές των ΗΠΑ, την Κίνα και την Ρωσία, με τελευταία μάλιστα να έχει συνάψει και Συμφωνία Αμοιβαίας Συνεργασίας από το 2000, η οποία επιτρέπει την παράκαμψη δυτικών κυρώσεων και την κατασκευή πυρηνικών σταθμών, έχει οδηγήσει στην συνεχή επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ στο Ιράν και στην τοποθέτησή του ως έναν από τους κύριους εχθρούς αμερικανικής και περιφερειακής ασφάλειας και άμυνας.
Έτσι λοιπόν, οι ΗΠΑ, εν μέσω μιας εθνικής κρίσης και αστάθειας που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση του Χαμενεΐ, θα μπορούσε να την εκμεταλλευτεί για να ανατρέψει το καθεστώς και να εγκαθιδρύσει μια κυβέρνηση φιλικά προσκείμενης προς τα δυτικά και αμερικανικά συμφέροντα, μετατρέποντας συνάμα έναν μακροχρόνιο εχθρό σε σύμμαχο. Ο επικρατέστερος διάδοχος υποψήφιος είναι ίσως ο Ρεζά Παχλαβί, ο γιός του πρώην Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί (κυβέρνησε από το 1941-1979) και διάδοχος του θρόνου, ο οποίος απολαμβάνει μεγάλη λαϊκή υποστήριξη για την ανάληψη της εξουσίας και την επανίδρυση του Αυτοκρατορικού κράτους.
Πάντως η φράση ‘’Η ιστορία επαναλαμβάνεται’’, φαίνεται να αρμόζει και να είναι πιο ποιητική από ποτέ, καθώς παρατηρούμε μια επανάσταση παρόμοια με αυτήν του 1979, η οποία εκθρόνισε την Δυναστεία των Παχλαβί λόγω της αυταρχικής τους εξουσίας και της καταπάτησης θεμελιωδών δικαιωμάτων, πρεσβεύοντας την ελευθερία και την αποστασιοποίηση από την Δυτική παρέμβαση. Η επανάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο στην εξουσία μιας ακόμη πιο αυταρχικής κυβέρνησης, αυτής του Χομεϊνί, του πρεσβευτή και συμβόλου της ίδιας της επανάστασης. Επομένως, η τωρινή επανάσταση καλεί για δυτική παρέμβαση και επιστροφή των Παχλαβί στην εξουσία, πράγμα ιδιαίτερα οξύμωρο αν αναλογιστεί κανείς ότι τα δύο αυτά αιτήματα είχαν την ακριβώς αντίθετη διάσταση 46 χρόνια πριν, ενώ δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να ταυτιστεί με μια μεγάλης κλίμακας περιφερειακή εξέγερση, όπως η Επανάσταση του Γιασεμιού του 2011, η οποία πυροδότησε μια σειρά από εξεγέρσεις σε σχεδόν όλη την επικράτεια της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Ανατολής και ανέτρεψε παραδοσιακά αυταρχικά καθεστώτα.
*Απόφοιτος του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του ΠΑΜΑΚ





