Του Θανάση Μελετίδη
«Με διακόσια ευρώ που δίνεις και χωρίς εγγύηση, δεν μπορώ να σου κάνω συμβόλαιο», είπε και περίμενε την απάντησή μου.
Ανεβήκαμε μαζί στον τέταρτο όροφο που ήταν το διαμέρισμα. Ένα μπαλκονάκι μισό επί ένα ήταν καλυμμένο από παχύ στρώμα κουτσουλιάς περιστεριών που ακούγοντας το άνοιγμα της ξεχαρβαλωμένης μπαλκονόπορτας πέταξαν άρον άρον και κούρνιασαν σε απέναντι τσιμεντένιες προεξοχές ταρατσών. Η κουζίνα, όχι μεγαλύτερη από το μπαλκονάκι, είχε έναν τρύπιο νιπτήρα και από πάνω μερικά ετοιμόρροπα μουντά και κιτρινισμένα πλακάκια. Σε ένα παρατημένο σαλόνι μια ψάθινη καρέκλα ήταν αφημένη στο κέντρο. Στο υπνοδωμάτιο υπήρχε μόνο μια ντουλάπα που θύμιζε τον πύργο της Πίζας και μια πολυθρόνα με πεταχτά ελατήρια που ξεπρόβαλαν πού και πού από το σκονισμένο κάλυμμά της.
Με είδε προβληματισμένο και είπε: «μπορώ να σου το αφήσω για εκατόν ογδόντα ευρώ… έχω ακούσει πως εσείς από τη βόρεια Ελλάδα είστε ξηγημένοι…».
Άφραγκος και κουρασμένος όπως ήμουν του έδωσα τα διακόσια ευρώ που ζήτησε, το τηλέφωνό μου και τη διεύθυνση της δουλειάς μου: «δε συνηθίζω να κάνω παζάρια. Πέρνα κάθε τέλος του μηνός να σου δίνω το νοίκι του επόμενου μήνα», είπα και κατεβήκαμε μαζί τις σκάλες για να βγούμε έξω – έπρεπε να αγοράσω ένα ράντσο και καθαριστικά, για να μπορέσω να περάσω εκεί το βράδυ μου.
Πριν χωρίσουμε, μού είπε: «Εδώ πιο κάτω στη Λιοσίων έχω ένα βιβλιοπωλείο. Τώρα πια βγήκα στη σύνταξη, αλλά υπάρχει ακόμη. Θα δεις πολλά βιβλία όταν πας. Αν κάποιος τίτλος σε ενδιαφέρει να μου πεις και θα στο χαρίσω».
Τον ευχαρίστησα και πήγα προς τα πάνω στην πλατεία Αττικής όπου ένα μεγάλο καφενείο ετοίμαζε στα γρήγορα τσιπουράκι με γαύρο. Αφού «ξεφόρτωσα» λίγο την καθημερινότητα, αγόρασα ένα ράντσο και μερικά καθαριστικά, τα έκρυψα στην είσοδο της πολυκατοικίας που μόλις είχα νοικιάσει και σαν να με τραβούσε μαγνήτης έφτασα έξω από το βιβλιοπωλείο του ιδιοκτήτη μου.
«Πανεπιστημιακά βιβλία – Περιοδικά λογοτεχνικά – Επιστημονικά», έγραφε στην πινακίδα. Πάνω από το πάτωμα που το έκρυβαν εκατοντάδες σκόρπια βιβλία υπήρχαν δεκάδες στοίβες περιοδικών. Προσπάθησα να διαβάσω τίτλους, αλλά ήταν πολύ σκοτεινά και δεν μπορούσα να δω καθαρά παρά μόνο στην άκρη που φωτιζόταν από τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
Τα παράτησα σκεπτόμενος πως θα επέστρεφα την άλλη μέρα το πρωί. Πήγα σπίτι και έστησα το ράντσο, αφού σφουγγάρισα, και καταπιάστηκα να καθαρίσω το μπαλκονάκι από τις κουτσουλιές: Μάταιος κόπος. Θα είχε να καθαριστεί μήνες και ό,τι υπήρχε εκεί είχε γίνει πέτρα. Έριξα ένα μπουκάλι χλωρίνη και το άφησα για την άλλη μέρα.
Έκλεισα τα φώτα, άνοιξα το ραδιοφωνάκι κι άρχισα να χαζεύω στις απέναντι οικοδομές, για να αρχίσω να προσαρμόζομαι στο νέο περιβάλλον μου.
Κάπου στα διακόσια μέτρα, στον τέταρτο όροφο, ένας ψηλός και μελαψός άντρας άπλωνε ρούχα. Στο από πάνω μπαλκόνι τα μάτια μιας κατάμαυρης γάτας γυάλιζαν στο μισοσκόταδο. Παραδίπλα μια μάνα μάλωνε το παιδί της που κλωτσούσε μια μπάλα στα κάγκελα. Στη φωτισμένη κουζίνα κάποιου διαμερίσματος ένας κοιλαράς περιδρόμιαζε μια μακαρονάδα. Ένα μανταλάκι έπεσε στον ακάλυπτο και ο υπόκωφος θόρυβός του μ’ έκανε να ξυπνήσω από τον λήθαργο και να πάω για ύπνο στο ταπεινό μου κρεβάτι…
Ξύπνησα κουρασμένος και άκεφος. Ήπια στο πόδι έναν «βαπορίσιο» καφέ και βγήκα έξω: μια τρέλα και μια αφόρητη ηχορύπανση όρμησε καταπάνω μου. Σε λιγάκι έφτασα στο βιβλιοπωλείο του ιδιοκτήτη μου. Ήταν μέσα και διάβαζε ένα βιβλίο:
-Καλώς τον! Τα αγαπάς και συ τα βιβλία… είπε χαρούμενα.
-Εδώ μέσα είναι θησαυροφυλάκιο. Βλέπω περιοδικά που διάβαζα έφηβος. Πού τα βρήκες όλα αυτά;
-Είτε το πιστεύεις είτε όχι τα μάζεψα! Τα περισσότερα από όσα βλέπεις ήταν πεταμένα. Μέχρι και πριν λίγα χρόνια γυρνούσα σε πανεπιστήμια, σχολές, σχολεία και γενικά όπου «μύριζα» βιβλία και τα μάζευα. Πολλά ήταν σκισμένα, λερωμένα, και καταφρονημένα. Εγώ τα φρόντισα και αυτά δεν ήταν αχάριστα. Με αυτά έκανα οικογένεια και σπούδασα τα παιδιά μου, κατέληξε χαϊδεύοντας ένα χοντρό πανεπιστημιακό βιβλίο με τίτλο «Περί Οικονομίας».
Τον κοίταξα με θαυμασμό:
-Μού θύμισες τον πατέρα μου. Κι εκείνος, μόλις έκλειναν τα σχολεία και τα γυμνάσια πήγαινε και μάζευε ό,τι βιβλίο είχε πεταχτεί. Πόσο ωφελήθηκα δε λέγεται. Καθόμουν τα καλοκαίρια και διάβαζα τα βιβλία της επόμενης σχολικής χρονιάς…
-Οπότε είχες χρόνο για να παίζεις …
-Πού το κατάλαβες;
-Χα! Κι εγώ το ίδιο έκανα στα παιδιά μου. Και ήταν πάντα άριστα στις σπουδές τους.
-Όμως κάποιοι πετάνε τα βιβλία ή τα έχουν για να στολίζουν βιβλιοθήκες…
-… Διάλεξε όποιο βιβλίο ή περιοδικό θέλεις. Θα στο χαρίσω όπως σου υποσχέθηκα…
Αδύνατο να καταλήξω σε ένα. Έβαλα στην άκρη πολύ παλιά τεύχη των περιοδικών «Διαβάζω», «Ο Μικρός Επιστήμονας», «Ο Δαυλός» και πέντε έξι βιβλία. Άρχισα να σκέφτομαι ποιο να πάρω…
-Μην το σκέφτεσαι! Πάρε όσα θέλεις να διαβάσεις και μού τα επιστρέφεις. Εξάλλου στο σπίτι μου θα βρίσκονται…
Του υποσχέθηκα πως θα τα επέστρεφα το πολύ σε μια βδομάδα, τον ευχαρίστησα και βγήκα στο «χάος».
Κάθισα σ’ ένα παγκάκι στην πλατεία Καραϊσκάκη και άρχισα να ξεφυλλίζω. Χα! «Ο Μικρός Επιστήμονας»! Το αγαπημένο μου περιοδικό όταν πήγαινα γυμνάσιο. Θυμήθηκα το μικρό εργαστήρι που τότε είχα στήσει στο υπόγειο του πατρικού μου σπιτιού: ένα φθηνό κολλητήρι, αντιστάσεις, πυκνωτές, τρανζίστορ, όνειρα… Πού να πετάχτηκαν όλα αυτά; Μήπως πέθαναν από το μαράζι τους; Μήπως και τα βιβλία στο βιβλιοπωλείο θα είχαν την ίδια τύχη; Δε θα λαχταρούσαν τα μάτια που ξενυχτούσαν πάνω τους;
Θλίψη μ’ έπιασε. Έχωσα τα περιοδικά και τα βιβλία στη μεγάλη σακούλα τους κι άρχισα να σέρνω τα πόδια μου προς το σπίτι. Μόλις έφτασα τα ακούμπησα δίπλα στο ράντσο, ξάπλωσα και έκλεισα τα μάτια. Προσπάθησα να κοιμηθώ, πιο πολύ για να μη σκέφτομαι. Χαμένος κόπος: κόρνες ούρλιαζαν, αυτοκίνητα φρενάριζαν, το κουδούνι ενός σχολείου χτυπούσε, πόρτες ανοιγόκλειναν, θυροτηλέφωνα βαρούσαν, άνθρωποι βρίζονταν στον δρόμο…
Πετάχτηκα όρθιος με μαύρες σκέψεις. Φοβόμουν! Φοβόμουν πως η κατάθλιψη επέστρεφε. Βρήκαν οι δαίμονες τις κατάλληλες συνθήκες; Πάντα λουφάζουν και περιμένουν την ευκαιρία να πατήσουν το «κουμπί». Το «κουμπί» που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά που πάντα κάπου κρυμμένο βρίσκεται. Και πού θα έβρισκαν ιδανικότερες συνθήκες από ένα άθλιο διαμέρισμα με «άρρωστα» βιβλία και μια ψυχή στο σκοτάδι;
… Κάπου στην οδό Λιοσίων. Στη Λιοσίων της Αθήνας. Στην πρωτεύουσα που συνήθισε εδώ και δεκαετίες να συνθλίβει όνειρα…





