Γράφει ο Γιώργος Μακαρατζής
Δρ Διδακτικής της Ιστορίας
Αυτές τις ημέρες, λίγο πριν από τη Σαρακοστή, οι δρόμοι της πόλης γεμίζουν χρώματα, μάσκες, μουσικές. Είναι Αποκριές!
Η λέξη «Αποκριά» προέρχεται από το «απο-κρέας» και δηλώνει την αποχή από το κρέας πριν από τη νηστεία του Πάσχα. Πρόκειται, λοιπόν, για περίοδο που εντάσσεται στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο και κορυφώνεται πριν από την Καθαρά Δευτέρα. Οι ρίζες της Αποκριάς δεν προέρχονται από τη χριστιανική παράδοση, αλλά από τις διονυσιακές γιορτές της αρχαιότητας, αφιερωμένες στον Διόνυσο, θεό του κρασιού, της γονιμότητας και της έκστασης. Στις τελετές αυτές κυριαρχούσαν οι μεταμφιέσεις, οι πομπές, η μουσική και η προσωρινή ανατροπή της κοινωνικής τάξης. Οι άνθρωποι φορούσαν προσωπεία, σατίριζαν τους άρχοντες και άφηναν ελεύθερα τα ένστικτά τους, σε μια τελετουργική έκρηξη ζωής. Παρόμοια στοιχεία συναντώνται και στα ρωμαϊκά Σατουρνάλια, όπου για λίγες ημέρες οι ρόλοι κυρίων και δούλων αντιστρέφονταν.
Συγκρίνοντας το χθες με το σήμερα, οι παλιότεροι θυμούνται ότι κάποτε οι Αποκριές ήταν μια γιορτή βαθιά ριζωμένη στη συλλογική εμπειρία της κοινότητας. Σήμερα, για πολλούς, αποτελούν κυρίως μια περίοδο αγορών, θεαματικών παρελάσεων και εμπορικών εκδηλώσεων. Η μεταμόρφωση της Αποκριάς από κοινωνικό δρώμενο σε καταναλωτικό προϊόν γεννά εύλογα ερωτήματα: τι χάθηκε στη διαδρομή;
Μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, οι Αποκριές γιορτάζονταν με απλότητα αλλά και έντονο συμβολισμό. Οι μεταμφιέσεις ήταν αυτοσχέδιες: παλιά ρούχα, κουρέλια, ζωγραφισμένα πρόσωπα με κάρβουνο ή αλεύρι. Δεν υπήρχε αγορά στολής• υπήρχε δημιουργία. Οι κάτοικοι συγκεντρώνονταν στις πλατείες, άναβαν φωτιές, τραγουδούσαν σκωπτικά τραγούδια και σατίριζαν πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας. Τα παιδιά μασκαρεμένα γυρνούσαν τα σπίτια και μάζευαν κεράσματα. Στις Αποκριές συμμετείχαν όλοι. Η υπερβολή και το γέλιο λειτουργούσαν ως ξόρκι ενάντια στον χειμώνα και τη στέρηση. Οι κοινωνικοί φραγμοί χαλάρωναν προσωρινά: οι νέοι πείραζαν τους μεγαλύτερους, οι γυναίκες σατίριζαν τους άνδρες, οι φτωχοί γελούσαν με τους πλούσιους. Η γιορτή λειτουργούσε ως μηχανισμός κοινωνικής εκτόνωσης και συνοχής.
Αντίθετα, στη σύγχρονη εκδοχή της, η Αποκριά φαίνεται να έχει μετατοπιστεί από τη κοινωνική συμμετοχή στην μαζική κατανάλωση. Τα καταστήματα γεμίζουν μήνες πριν με πλαστικές στολές, αξεσουάρ και διακοσμητικά. Οι μεταμφιέσεις συχνά επιλέγονται με βάση τη μόδα ή την εμπορική επιτυχία μιας ταινίας. Η αυθεντική σάτιρα υποχωρεί μπροστά σε θεαματικές, αλλά συχνά επιφανειακές, παρελάσεις.
Οι διοργανώσεις του δήμου, όπως αυτή που έγινε τις προάλλες στον πεζόδρομο της πόλης, γίνονται για να γίνουν και αποτελούν θέαμα προς κατανάλωση. Όταν η αξία της Αποκριάς περιορίζεται στην αγοραστική δύναμη -στην «καλύτερη» στολή, στο πιο εντυπωσιακό πάρτι, στη μεγαλύτερη κατανάλωση- τότε ο αρχικός της πυρήνας αλλοιώνεται. Η μεταμόρφωση παύει να είναι εσωτερική και γίνεται επιφανειακή. Η κοινότητα μετατρέπεται σε κοινό που καλείται να καταναλώσει και οι Αποκριές είναι πλέον εμπορικό προϊόν. Παράλληλα, αυτή η εμπορευματοποίηση δημιουργεί αποκλεισμούς. Όταν η συμμετοχή προϋποθέτει οικονομική δυνατότητα, η γιορτή χάνει τον κοινωνικό της χαρακτήρα. Στο παρελθόν, όλοι μπορούσαν να λάβουν μέρος, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης. Η αυτοσχέδια μεταμφίεση δεν απαιτούσε χρήματα αλλά φαντασία.
Σίγουρα, το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, αλλά η επανασύνδεση της Αποκριάς με το αρχικό της νόημα. Η Αποκριά αποτελεί μια ανάγκη για έκφραση∙ είναι μια συλλογική πράξη για ανανέωση και κοινωνική κριτική. Αν περιοριστεί σε ένα ακόμη καταναλωτικό γεγονός -προϊόν- τότε χάνει τον βαθύτερο συμβολισμό της.
Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από υπερκατανάλωση και δημόσια εικόνα, η πρόκληση είναι να ξαναδώσουμε στην Αποκριά το στοιχείο της δημιουργικότητας και της κοινότητας. Να ξαναβρούμε το γέλιο που ενώνει και όχι την αγορά που διαχωρίζει. Γιατί η πραγματική μάσκα δεν είναι αυτή που αγοράζουμε, αλλά εκείνη που μας επιτρέπει να αντικρίσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους με περισσότερη ελευθερία.





