“ Η λήθη είναι μια δίνη γκρίζου νερού
που στριφογυρίζει αέναα γύρω απ τον εαυτό του,
στην αιωνιότητα…”
ΚΑΘΡΙΝ ΑΝΝ ΠΟΡΤΕΡ
Παρατηρείς με αγωνία αυτά τα χέρια, που κινούνται με πυρετώδη ρυθμό, μπλέκονται, τραβάνε, συστρέφονται, σε μια πάλη ανήσυχη, θέλουν να ξεριζώσουν με τη βία ό,τι πιάνουν, δίνουν μάχες, τυφλωμένα από μοναξιά, θυμό και πόνο, φωνάζουν με απόγνωση, εκλιπαρούν, θέλουν να φύγουν μακριά από όλα αυτά, απ’ αυτή τη δίνη με τα γκρίζα νερά που ο στροβιλισμός τους προκαλεί ίλιγγο.
Προσπαθείς να τα ζεστάνεις γιατί είναι παγωμένα, τα χαϊδεύεις με τρυφερότητα, γιατί τα αγαπάς αυτά τα χέρια, αλλά σε φοβίζουν, μπορεί άθελά τους να προκαλέσουν κακό.
Τα μαλώνεις, αλλά αμέσως το μετανιώνεις, γιατί τα λυπάσαι. Έχουν μνήμη αυτά τα χέρια, αλλά χάνεται ώρες-ώρες και τότε γίνονται ξένα, έπειτα, για λίγες στιγμές, σαν να θυμούνται και πάλι.
Πηγαίνεις προς το παράθυρο. Οι θόρυβοι από το δρόμο φτάνουν πολύ εξασθενημένοι. Τα φώτα της πόλης στο βάθος. Έχει σκοτεινιάσει από ώρα. Δεν το είχες προσέξει.
Πλησιάζεις. Νιώθεις τη διψασμένη αφή των χεριών καθώς τα χαϊδεύεις φευγαλέα, ξαφνικά-λες και ο χρόνος σταμάτησε απότομα - δείχνουν τόσο ανήμπορα, σαν κουρασμένα από τη μάταιη μάχη που δίνουν, το χέρι σου σκαλώνει πάνω στη βέρα που φοράνε.
΄Αραγε θυμούνται καθόλου εκείνα τα “άλλα” χέρια, τα από καιρό χαμένα;
Τους βλέπεις να διασχίζουν μαζί τον ελικοειδή χωματόδρομο και να κατεβαίνουν χαμογελαστοί προς την λίμνη. Είναι καλοκαίρι.
Αυτή η εικόνα σαν απαλό σύννεφο σε τυλίγει, και βυθίζεσαι σε έναν γλυκό ύπνο.
Κώστας Μίζας





