Του Απόστολου Ιωσηφίδη
«Μακεδονικαί παραδόσεις
Η ηρωική Βιρτζίνια η αρχόντισσα
της Βερροίας
Σελίδες αυτοθυσίας και ηρωϊσμού
Ο θρύλος διέσωσε ανάμεσα από το πέρασμα τόσων αιώνων, την ανάμνησι μιας ηρωϊκής γυναίκας, της αγγελόμορφης Βιρτζίνιας, […], που κυβέρνησε, με φρόνησι και με δικαιοσύνη, […] την Βέρροια, […].
Την Βιρτζίνια την θέλει ο θρύλος, υψηλόσωμη, ευρύστερνη, μεγαλόπρεπη, επιβλητική και ποζαρόχαρη. Το βαθειά μελαχροινό πρόσωπό της το επλαισίωσαν ολόμαυροι βόστρυχοι, πυκνές βλεφαρίδες ίσκιωναν τα μεγάλα φωτεινά μάτια της, και το βλέμμα της φλογερό, δραστήριο, διεισδυτικό, συνάρπαζε, εγοήτευσε και αφώπλιζε. Αλύγιστη ήταν η βούλησί της και κάθε προσταγή της έπαιρνε την σημασία για τους υπηκόους της ακατάλυτου, άγραφου νόμου. […]
Η Βιρτζίνια κυβέρνησε με δικαιοσύνη. Ο λαός πιστά και τυφλά την υπήκουε. Όμως η Μοίρα δεν θέλησε να λαμπρύνη η βασιλική κορώνα το μέτωπο της θείας Βιρτζίνιας, ως τα γηρατειά της.
Ήταν η μαύρη εποχή που ο Τούρκος κραταιός και παντοδύναμος άπλωνε την κυριαρχία του ως την ακροτελευταία ελληνική γωνιά. Τίποτε δεν τον συγκρατούσε. Προχωρώντας ανεμπόδιστα κατακτούσε και υποδούλωνε πολιτείες και κάστρα.
Η Βιρτζίνια όταν είδε τον κίνδυνο νάρχεται, να πλησιάζη, σύναξε τους προύχοντας στο παλάτι και βάλθηκε να καταστρώνη σχέδια δια την άμυνα. Όμως πώς ήταν δύνατόν με ολιγάριθμους οπλοφόρους ν’ αντισταθή στην ασυγκράτητη ορμή του κατακτητού;
Και η μπόρα ξέσπασε το Μεγάλο Σάββατο στον ουρανό της Βέρροιας. Το Τούρκικο λεφούσι πολιόρκησε το φρούριο. Μηρμυγκιά ο εχθρός. Χίλιοι οπλοφόροι, αλλά χίλιοι ταμπουρωμένοι πίσω απ’ τις τουφεκήθρες, αποδεκάτιζαν το εχθρικό στρατόπεδο.
Τη δεύτερη μέρα της πολιορκίας ο εχθρός έκαμε γιουρούσι. Τότε, σε μια κρίσιμη στιγμή, φανερώθηκε στην ψηλότερη έπαλξι η Βιρτζίνια. Ήταν όπως πάντα, επιβλητική και μεγαλόπρεπη. Ο αέρας ανέμιζε τους εβένινους βοστρύχους της κι όλη της η ύπαρξη ήταν σαν ένα γλυπτικό αριστούργημα, σμιλευμένο από διαλεχτό της τέχνης μύστη.
Το ντουφεκίδι σταμάτησε, ο σάλος εκόπασε και οι φοβερές πολεμικές ιαχές έσβυσαν και χάθηκαν μέσα στο τρομακτικό χάος του βαράθρου {που ανοίγει κάτω απ’ το ιστορικό φρούριο της Βέρροιας}.
―Θεία Βιρτζίνια, της φώναξαν. Μεγάλο το τόλμημά σου. Μα ο εχθρός δεν λογαριάζει την γυναίκα. Είνε βάρβαρος και χυδαίος.
―Βιρτζίνια, βασίλισσα της Βέρροιας, παραδώσου – φώναζαν απ’ το Τουρκικό στρατόπεδο. Θα σεβαστούμε τη ζωή σου. Είσαι περήφανη, μα είνε μάταιο να περηφανεύεται κανείς όταν μικρός είνε και ανίσχυρος…
Το ντουφεκίδι ξαναρχίζει. Χάλαζα οι σφαίρες περιτριγυρίζουν την βασίλισσα. Μια σφαίρα της παίρνει τον λωβό του αριστερού της αυτιού. Όταν άξαφνα μια φοβερή κραυγή από την κάτω πύλη εξαπολύει τον τρόμο και τον πανικό:
―Προδοσία! Μας πρόδωσαν!
Την μυστική υπόγεια πύλη χέρια προδότου την άνοιξαν. Οι Τούρκοι εισορμούν, ντουφεκίζουν, προχωρούν προς την βασίλισσα.
Η Βιρτζίνια περικυκλωμένη από τους λίγους οπλοφόρους που απόμειναν, αντιστέκεται. Δεν παραδίνεται. Μάχεται με την ορμή ενός αντρείου πολεμιστού. Τέλος όταν σωριάστηκαν νεκροί οι τελευταίοι προασπισταί της, άνοιξεν δρόμο με το σπαθί της και προχώρησε ως την ψηλότερη έπαλξι. Από εκεί, αφού ενατένισε για ύστατη φορά την Βέρροια, αφέθηκε να πέση μέσα στο τρομακτικό βάραθρο.
Επί χρόνια πολλά, όσοι από τους πιστούς υπηκόους της διεφύλαξαν μέσα στην καρδιά τους την ανάμνησι της θείας Βιρτζίνιας, έβλεπαν κάθε Μεγάλο Σάββατο επάνω στις αιματόβρεκτες επάλξεις του φρουρίου, ν’ ανεμίζουν δύο βόστρυχοι…
Τ—ς»
«Η Απογευματινή», 29-04-1935.





