Του Ιερέως Παναγιώτου Σ. Χαλκιά
Η υποκρισία, φίλοι αναγνώστες, είναι ψυχική αρρώστια, κατάσταση αφύσικη και βασανιστική. Εκείνος που την έχει ζει διπλή ζωή. Παίζει ένα διαρκές θέατρο με πρωταγωνιστή τον εαυτό του και θεατή όλο τον κόσμο. Το φαινόμενο έχει ψυχολογικές ηθικές και κοινωνικές διαστάσεις. Οι ψυχολόγοι συνηθίζουν να αποδίδουν την υποκρισία σε απωθημένα εσωτερικά παρορμήματα, που σπρώχνουν τον άνθρωπο να φανεί στον έξω κόσμο, όχι όπως την πραγματικότητα είναι, αλλά όπως πραγματικά επιθυμεί.
Οι ηθικολόγοι πάλι βλέπουν την υποκρισία στην αλλοίωση της ζωής, που έχει επιφέρει στην αληθινή προσωπικότητά του ανθρώπου, η ψεύτικη διαγωγή του, που γίνεται ακόμα πιο αποκρουστική, όταν τις περισσότερες φορές συνοδεύεται από ιδιοτελή κίνητρα.
Και οι κοινωνιολόγοι με τη σειρά τους αντιμετωπίζουν την αρρώστια της υποκρισίας σαν κοινωνικό σύμπτωμα ενός κατεστημένου κόσμου, που βλέπει σε αυτήν μια αναγκαία διέξοδο προς τη συμβατικότητα που διευθύνει τις κοινωνικές σχέσεις.
Ανεξάρτητα τώρα από τις αντιλήψεις αυτές, η υποκρισία έχει ως ψυχικό, ηθικό και κοινωνικό φαινόμενο, πανάρχαιο όσο και ο κόσμος, αποτελεί μια αλλοτρίωση, (εκποίηση) του εγώ, που οδηγεί στον διχασμό της προσωπικότητας με όλες τις τραγικές συνέπειές του. Όσο κι αν αυτό δεν γίνεται αισθητό από την αρχή, εντούτοις σιγά-σιγά ο υποκριτής συνηθίζει τόσο πολύ στην υπόκριση όπως τον ναρκομανή την μορφίνη. Και έρχεται στιγμή που δεν μπορεί να ξεχωρίσει το αληθινό από το κίβδηλο εαυτό του.
Μια αλληλοπεριχώρηση των δύο εγώ δημιουργεί την εσωτερική σύγχυση που είναι γνώρισμα όλων των υποκριτών. Έτσι, σε τελευταία ανάλυση, η υποκρισία, χωριστά από τις ηθικές και πνευματικές της συνέπειες, φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τον ίδιο του εαυτό. Και αυτό είναι το τραγικό στοιχείο που πλαισιώνει αδυσώπητα τη συνείδηση του ανθρώπου που δουλεύει στην υποκρισία.
Η εποχή μας, ωστόσο, γεύεται συχνά την παρουσία της υποκρισίας στις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων. Η «κατά συνθήκην» συμπεριφορά των πολλών κατάδυσε σπονδή στον δαίμονα της υποκρισίας. Κάθε πρωί, βγαίνοντας από το σπίτι του άνθρωπος, φοράει τη μάσκα της αρεσκείας του και με αυτήν παρουσιάζεται σε γνωστούς και φίλους.
Και καθώς επιμελώς κρύβεται κάτω από τη μάσκα το αληθινό πρόσωπο, ζούμε όλοι μας, πλάι μας και γύρω μας, την ελεεινή παντομίμα της συμβατικότητας. Θεριεύει πότε-πότε μέσα μας η αγανάκτηση για το κατάντημα του ανθρώπου. Αλλά τι μ’ αυτό; Το θέατρο συνεχίζεται στη ζωή και οι άνθρωποι παίζουν με μαεστρία το ρόλο που διάλεξαν.
Με τη διαφορά πως δεν είναι μόνο πλανώμενοι. Πομποί οι ίδιοι και δέκτες των όσων διαδραματίζοντας το προσκήνιο της καθημερινής ιστορίας, μοιραία επηρεάζουν και επηρεάζονται, δίνουν και παίρνουν, πληρώνουν και εισπράττουν πάντα το ίδιο νόμισμα.
Ο Χριστός εταλάνισε τους υποκριτές και ξεσκέπασε τη γυμνότητά τους, γιατί ο ίδιος ήταν η αυτοαλήθεια και η ειλικρίνεια.
Και αποκαλύπτοντας τα βαθύτερα κίνητρά τους, που άλλοτε είναι παθολογικά, άλλοτε ανθρωπάρεσκα και άλλοτε ψυχογενή, κάλεσε όλους μας να πετάξουμε τις μάσκες και να περιποιηθούμε το αληθινό μας πρόσωπο, που είναι και ο καθρέφτης της ψυχής μας. Μας δίδαξε πως μεγαλύτερη αξία έχει η λιτότητα της ειλικρίνειας από την παχυλότητα της υποκρισίας. Αδυσώπητος υπήρξε για τους υποκριτές ο Κύριος, γιατί είδε την υποκρισία όχι τόσο ως εκδήλωση αντικοινωνική, όσο ως έκφραση πνευματικής διαστροφής και ψυχικής ατροφίας.
Και δεν είναι βέβαια μικρή η ζημιά που υφίσταται η κοινωνία από την παρουσία των υποκριτών στους κόλπους της, αφάνταστα όμως μεγαλύτερη είναι για αυτούς τους ίδιους τους υποκριτές η βλάβη, γιατί αναφέρεται στην διαστρέβλωση της ψυχής τους και στην αχρήστευση μέσα τους κάθε πνευματική δυνατότητας.





