Του Ηλία Τσιαμήτρου
Η Μεσόγειος, αυτή η όμορφη ζεστή κλειστή θάλασσα, από τα παλιά χρόνια ακόμη υπήρξε η μήτρα που κυοφόρησε πράγματα σπουδαία και θαυμαστά για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Σε αυτά τα φιλόξενα νερά άνθισαν πολιτισμοί, γεννήθηκαν ιδέες, έζησαν άνθρωποι σημαντικοί, στήθηκαν κοινωνίες αξιοθαύμαστες. Σε τούτο τον ευλογημένο τόπο, θεοί και άνθρωποι πορεύτηκαν πάντοτε αντάμα. Η ειρήνη λατρεύτηκε και ο πόλεμος αποθεώθηκε. Θρησκείες ανέτειλαν και έδυσαν, αυτοκρατορίες άκμασαν και ξέπεσαν, πόλεις λαμπρύνθηκαν και καταστράφηκαν, στρατηγοί νίκησαν και νικήθηκαν, βασιλιάδες δοξάστηκαν και λησμονήθηκαν, οι τέχνες και τα γράμματα άνθισαν, πολλοί άνθρωποι καλοπέρασαν και άλλοι υπέφεραν σαν σκυλιά.
Σε τούτη τη θάλασσα, τον ομφαλό ολάκερης της Γης, γεννήθηκε η ναυτοσύνη κι εκείνη γέννησε με τη σειρά της το εμπόριο. Ίσως φταίει που η στεριά ολόγυρα ήταν φτωχή και δυσκολοπέραστη, γεμάτη βουνά, μικρές κοιλάδες, στενά περάσματα και ορμητικά, δύστροπα ποτάμια. Ίσως γι’ αυτό εδώ οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τους θαλάσσιους δρόμους για να συναντηθούν, να εμπορευτούν, να εξερευνήσουν ή να πολεμήσουν. Σ’ αυτούς τους δρόμους της θάλασσας, ήταν που εμφανίστηκαν από παλιά και οι ληστές του νερού, οι λεγόμενοι πειρατές.
Ακόμη και στην κλασσική αρχαιότητα, η ληστεία ήταν μια έννοια πολύ σχετική ιδίως άμα ασκούνταν εναντίον του «εχθρού». Ο μέγας δάσκαλος Αριστοτέλης, λογάριαζε τη ληστεία ως έναν απ’ τους πέντε «κατά φύσιν» τρόπους βιοπορισμού, μαζί με την κτηνοτροφία, την αλιεία, τη γεωργία και το κυνήγι. Ήταν επόμενο εκείνα τα χρόνια, οι ληστές της θάλασσας, οι πειρατές, να θεωρούνται στο ελληνικό αρχιπέλαγος και σ’ όλη τη Μεσόγειο αξιοσέβαστοι επιτηδευματίες. Ήταν καιροί δύσκολοι για τη ναυσιπλοΐα. Τα εμπορικά πλοία, οι ολκάδες, δεν ήταν καλοτάξιδα. Ήταν βαριά, στρογγυλά, με μικρά πανιά και λίγους κωπηλάτες. Ο Αριστοτέλης τα αποκαλούσε «μεγάλα έντομα με μικρά φτερά». Τα μπάρκα αυτά ταξίδευαν κόστα-κόστα, η πλεύση σε ανοιχτά πελάγη εγκυμονούσε θανάσιμους κινδύνους. Τα αργοτάξιδα εμπορικά πλεούμενα ήταν εύκολη λεία για τις γοργόφτερες κουρσάρικες βάρκες με τα πολλά κουπιά, που στήνανε ενέδρες σε δύσκολα περάσματα ή μικρά απάνεμα λιμανάκια και τα αιχμαλώτιζαν.
Με τα χρόνια, οι «δουλειές» αυγάτισαν και οι πειρατές κατάντησαν αξιοσέβαστοι επιχειρηματίες. Στήσανε εταιρείες με δικά τους πλοία, ολόκληρες φλότες καμιά φορά, που δεν κούρσευαν μονάχα καράβια, αλλά ερήμωναν νησιά ολόκληρα, ακόμη και μεγάλες πλούσιες παραλιακές πόλεις. Μονάχα στις ακτές της Κιλικίας[2], είχε στηθεί ολάκερη πειρατική επικράτεια που έφτασε να έχει δικό της θεό (το Μίθρα), κάστρα και λιμάνια απροσπέλαστα, κι ένα στόλο πάνω από χίλια πλοία.
Όλοι οι λαοί που ζούσαν στις ακτές της Μεσογείου καταπιάστηκαν κατά καιρούς μ’ αυτή την άτιμη μα κερδοφόρα ενασχόληση εκτός απ’ τους Καρχηδόνιους που ήθελαν τις θάλασσες ελεύθερες για να εμπορεύονται με τα καράβια τους και τους Ρωμαίους, που για δικούς τους λόγους επέδειξαν μια εχθρική ανεκτικότητα προς την οργανωμένη πειρατεία.
Το 68 π.Χ. το ποτήρι της ανοχής απέναντι στην πειρατεία ξεχείλισε για τη Ρώμη. Εκείνη τη χρονιά, άγριες πειρατικές αρμάδες έφτασαν μέχρι τις εκβολές του Τίβερη και λεηλάτησαν την Όστια, το επίνειο της Ρώμης. Κούρσεψαν πολλά πλοία γεμάτα γεννήματα και πήραν αιχμαλώτους επιφανείς Ρωμαίους πολίτες και συγκλητικούς. Η Ρώμη ξέμεινε από στάρι και ο λαός λιμοκτονούσε. Τον επόμενο χρόνο ο πεινασμένος όχλος ανάγκασε τη Σύγκλητο να ψηφίσει με μισή καρδιά τον περίφημο Γαβίνειο Νόμο[1]. Τον νόμο εισηγήθηκε ο δήμαρχος της Ρώμης Γαβίνιος κι έλεγε περίπου τα εξής: «Γναίε Πομπήιε Μάγκνους, σοφέ Συγκλητικέ, ένδοξε Στρατηγέ και τρεις φορές Ύπατε, η Σύγκλητος και ο λαός της Ρώμης σου απονέμουν τον τίτλο του Ανθύπατου και σε περιβάλουν με την εμπιστοσύνη τους. Σου εκχωρούν για τρία χρόνια από τώρα απόλυτες εξουσίες σε όλες τις θάλασσες από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι τις Ηράκλειες στήλες, σε όλες τις γαίες της Δημοκρατίας σε απόσταση 400 σταδίων από την ακτή, σε όλα τα λιμάνια και όλους τους κάβους, στα νησιά και στις εκβολές των ποταμών, στους υπηκόους μας και στα αγαθά τους, μέχρι να καθαρίσεις τη θάλασσα απ’ το μίασμα της πειρατείας. Θα έχεις στις διαταγές σου πεντακόσια καράβια, εκατό χιλιάδες λεγεωνάριους και πέντε χιλιάδες ιππείς. Είκοσι Συγκλητικοί και δύο θησαυροφύλακες θα σε παραστέκουν. Τα χρήματα του δημόσιου ταμείου και η περιουσία των γαιοκτημόνων θα είναι στην απόλυτη διάκρισή σου. Να μην γυρίσεις στη Ρώμη, αν έστω και μια πειρατική βάρκα αρμενίζει ελεύθερη στα πέλαγα»
Ο ικανός κι αποφασισμένος εκείνος άντρας, χρειάστηκε μόλις τρεις μήνες για να επιτύχει όσα του ζητούσε η Σύγκλητος να κάνει σε τρία χρόνια. Σαν σκούπα ο Ρωμαϊκός στόλος σάρωσε τα πειρατικά καράβια απ’ τα πέλαγα. Στο τέλος, πάτησε τ’ ορμητήριό τους, την Κιλικία, αφού σκόρπισε τον ενωμένο πειρατικό στόλο στη ναυμαχία του Κορακήσιου[3]. Οι περισσότεροι πειρατές πέρασαν απ’ το ρωμαϊκό λεπίδι ή ανέβηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στο σταυρό. Αυτοί που παραδόθηκαν στις ρωμαϊκές λεγεώνες για να γλιτώσουν τη ζωή τους, μεταφέρθηκαν στη Μικρά Ασία και στην Αχαΐα. Εκεί, έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους ταπεινά και ειρηνικά, οργώνοντας τη γη με αργοκίνητα βόδια ή βόσκοντας καλόβολα αρνιά και δύστροπες γίδες.
Πριν συμβεί αυτό όμως, η θάλασσα των Ρωμαίων και το ελληνικό αρχιπέλαγος είχαν νηστέψει για διακόσια χρόνια τη χαρά της απλής και ήρεμης ζωής. Οι πειρατές της Κιλικίας έφταναν μέχρι τη Σαμοθράκη, την Κρήτη, τη Λευκάδα, την Καλαβρία, τα παράλια της Αφρικής, τη Σικελία, τις ακτές της Δαλματίας. Μαζί τους έφερναν τη φωτιά και το μαχαίρι, το σκοινί και το ματσούκι. Οι άνθρωποι δυστυχούσαν, τα ζώα χάνονταν, τα χωράφια ξεραίνονταν, τα εμπορεύματα σάπιζαν στις αποθήκες, τα δίχτυα έμεναν άδεια, τα κουπιά οκνά, τα καράβια δεν τολμούσαν ν’ ανοίξουν τα πανιά τους.
(συνεχίζεται)
[1]: Lex Gabinia
[2]: νοτιοανατολική Μικρά Ασία
[3]: σημερινή Alanya της Τουρκίας





