Του Θανάση Μελετίδη
Ίσως η παροιμία να αναφέρεται σε έναν γνωστό μου που κληρονόμησε από τους γονείς του καμιά πενηνταριά διαμερίσματα, είκοσι υπερπολυτελή παραθαλάσσια στα νησιά, πέντε έξι λιμουζίνες και μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ. Τι να πρωτοκάνει ο άνθρωπος ; Να μαζεύει τα νοίκια ; Να ξεχορταριάζει τις αυλές από τα φύκια και τις θαλάσσιες ανεμώνες που κάθε χρόνο αποφασίζουν με θρασύτητα να επεκτείνονται στις παραλίες των εξοχικών του ; Να γεμίζει τα ντεπόζιτα των αυτοκινήτων του με σούπερ αμόλυβδη βενζίνη 98 οκτανίων ; Να μιλάει, με τις ώρες με διευθυντές τραπεζών αναγκαζόμενος να πίνει τον άθλιο καφέ που του κερνάνε και είναι φτιαγμένος «στο πόδι» στο μικροσκοπικό κυλικείο τους ; Να τρέχει στις Εφορίες για διακανονισμούς ; Να «πετάει» για κουστούμια Kilgour στη λεωφόρο Savile Row του Λονδίνου – πελάτες του υπήρξαν (μεταξύ και πολλών άλλων μεγάλων διασημοτήτων) οι Karl Lagerfeld και Cary Grant – για να κάνει οικονομία ; Εκεί ποτέ δεν αγόρασε κουστούμι ακριβότερο από 90.000 ευρώ παρά το ό,τι εκείνο είχε και χρυσά κουμπιά 18 καρατίων!
Για να ξεχνάει τα «βάσανά» του και για να ξεφεύγει από την πολυκοσμία ασχολούνταν πολύ συχνά με το αγαπημένο του χόμπι που ήταν το πέταγμα και η περιποίηση των εκατοντάδων περιστεριών που είχε σε μια φτωχογειτονιά και ήταν δώρο του παππού του ο οποίος ήταν περιβόητος «περιστεράς».
Ένα μουντό χειμωνιάτικο απόγευμα ήταν αραγμένος στην πολυθρόνα που είχε στην ταράτσα δίπλα στα πουλιά του και παρακολουθούσε με δέος τις αγαπημένες του «βούτες». Έσκυψε να πιάσει την μπουκάλα με το ουίσκι που είχε δίπλα του και τότε το βλέμμα του έπεσε κάτω, στην αλάνα που υπήρχε: ένα σκελετωμένο μικροσκοπικό γατάκι έσερνε ανήμπορο τα ποδαράκια του. Ούτε να νιαουρίσει δεν μπορούσε από την αδυναμία. Άνοιγε το στόμα του, αλλά δεν ακουγόταν τίποτα! Σάστισε! Άρχισε να το παρατηρεί. Σε λιγάκι εμφανίστηκε ένας πιτσιρικάς. Έσκυψε και το χάιδεψε. Το έχωσε μες στο πουλόβερ του και έφυγε βολίδα για το σπίτι του που ήταν απέναντι. Το άφησε στο τραπέζι της αυλής και σε ούτε σε ένα λεπτό έβαλε μπρος του ένα ταπεράκι με γάλα.
«Έχω τόσα εκατομμύρια, αλλά δεν μπορώ να βοηθήσω ούτε ένα γατάκι», σκεφτόταν όση ώρα άδειαζε την μπουκάλα χωμένος μες στην πολυθρόνα.
Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του σταμάτησε να βλέπει και άρχισε να παρατηρεί: Το παιδί και το γατάκι έπαιζαν μες στην αυλή, από τους τοίχους ενός χαμόσπιτου είχαν πέσει οι σοβάδες και φαίνονταν ξεθωριασμένα τούβλα, μια χοντρή αχτένιστη νοικοκυρά άπλωνε σώβρακα σε ένα στραβό σκουριασμένο σύρμα, ένας ηλιοκαμένος μπάρμπας με αυλακωμένο πρόσωπο έπινε τσίπουρα και τσιμπούσε ελιές και ντομάτα στην αυλή του σπιτιού του συνοδεία «Καζαντζίδη», μια γιαγιά, μες στα μαύρα, τραβούσε για τον εσπερινό της εκκλησίας, ένα όμορφο κορίτσι με μια τσάντα στον ώμο επέστρεφε από τα «αγγλικά» στο σπίτι του, ένα κομμάτι σύννεφου στεναχωρήθηκε και άφησε να περάσουν κόκκινες ακτίνες της δύσης και να χρωματίσουν με αστραφτερές λάμψεις τα φτερά των τελευταίων του πουλιών που πετούσαν ακόμη…
«Τα λεφτά είναι σκουπίδια! Άμα ο άνθρωπος χάσει την ευαισθησία του δεν είναι πια άνθρωπος... Τιποτένιος γίνεται…», ήταν οι σκέψεις του όταν με κόπο – ένιωθε πως είχε κατατονία – μπόρεσε να σταθεί όρθιος.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στην αποθήκη που βρισκόταν δίπλα στα πουλιά του. Ξύπνησε νωρίς. Ταΐσε τα πουλιά και άρχισε τα τηλέφωνα.
Μέχρι το βράδυ τα είχε κανονίσει όλα: Όλη του η περιουσία θα πήγαινε στο κοινωφελές ίδρυμα που μόλις είχε ιδρύσει. Θα τη διαχειριζόταν μια επιτροπή από αδέκαστους δικηγόρους που ήταν φίλοι του και αγαπούσαν τα περιστέρια : «Βοηθήστε τα παιδάκια και τα ζωάκια. Βοηθήστε τους ταπεινούς και καταφρονημένους»... «Θα σας ελέγχω πού και πού, γιατί όπως ξέρετε «το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» που είπε ο «Μεγάλος»…», τούς διέταξε. Κράτησε για τον εαυτό του ένα σεβαστό ποσό, καθώς δεν είχε – παρά τη μεγάλη του μόρφωση – την ικανότητα και, πια, τη διάθεση για καμιά δουλειά.
Τα χρόνια κύλησαν. Ο ίδιος περνούσε, πλέον, τις μέρες του στην ταράτσα της φτωχογειτονιάς που είχε τα περιστέρια του. Η διαφορά με πριν ήταν πως δεν ήταν μόνος του, καθώς με λαχτάρα και αγάπη τού ζητούσαν να τους αφήσει να σταθούν δίπλα του: ήταν το παιδί με το γατάκι, ήταν το όμορφο κορίτσι που πια δε χρειαζόταν να κινδυνεύει μες στους δρόμους, αφού ο ίδιος πλήρωνε δασκάλα των αγγλικών για να της κάνει μαθήματα σπίτι της, ήταν ο απέναντι μπάρμπας που έμαθε μαζί του να πίνει γνήσιο τσίπουρο, ήταν η μαυροφορεμένη γιαγιά που κάθε τόσο τής έδινε χρήματα για τους ανήμπορους της ενορίας, ήταν η «αχτένιστη νοικοκυρά» που τής είχε υποσχεθεί ότι θα είναι «δίπλα» της σε κάθε δυσκολία, ήταν και … και … και …
Κι εκείνος, με πολύ χαρά, τους καλούσε για παρέα. Για να νιώσουν τη χαρά και την ελευθερία του πετάγματος. Όπως την ένιωθε, πια, και ο ίδιος. Επειδή ένιωθε πως μπορούσε να πετά χωρίς να χρειάζεται τα ασημένια φτερά των πουλιών του.
«Αυτό είναι το έργο της ζωής μου. Και νομίζω πως είναι καλό», σκεφτόταν ευχαριστημένος.





