Γράφει ο Γιώργος Μακαρατζής
Η απόφαση «Όλοι ένοχοι για
συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση» δεν αποτελεί μόνο τελεσίδικη ετυμηγορία
της ελληνικής Δικαιοσύνης για τη Χρυσή Αυγή. Είναι ταυτόχρονα υπενθύμιση
για μια σκοτεινή περίοδο της ελληνικής δημοκρατίας, κατά την οποία μια
ναζιστικού τύπου οργάνωση όχι μόνο έδρασε με βίαιο τρόπο, αλλά κατάφερε να
αποκτήσει κοινοβουλευτική παρουσία και πολιτική νομιμοποίηση. Η ιστορική
απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να κρίνει την οργάνωση ως
εγκληματική έβαλε ένα θεσμικό τέλος σε αυτή τη διαδρομή. Όμως τα ερωτήματα που
άφησε πίσω της η απόφαση, παραμένουν.
Το πιο καίριο ερώτημα είναι πώς
μια οργάνωση με απροκάλυπτες αναφορές στον ναζισμό κατάφερε όχι μόνο να
εισέλθει στη Βουλή το 2012, αλλά και να αναδειχθεί τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη.
Για πολλούς, η εξήγηση βρίσκεται στις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής: η βαθιά
οικονομική κρίση, η κοινωνική ανασφάλεια και η έντονη απαξίωση του πολιτικού
συστήματος δημιούργησαν ένα κλίμα οργής και απογοήτευσης. Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η Χρυσή Αυγή αξιοποίησε τη δυσαρέσκεια των πολιτών, αναπτύσσοντας
μια επιθετική ρητορική μίσους, καλλιεργώντας τον ακραίο εθνικισμό και
υποσχόμενη την αποκατάσταση της «τάξης» και την «εκδίκηση» απέναντι στο
«διεφθαρμένο σύστημα».
Η εγκληματική δράση της Χρυσής
Αυγής, όπως για παράδειγμα, οι επιθέσεις εναντίον Αιγύπτιων αλιεργατών στο
Πέραμα (2012) και σε συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στο Πέραμα (2013), οι δολοφονίες
του Αλίμ Αμπντούλ Μάναν στο κέντρο της Αθήνας (2011) και του Πακιστανού εργάτη
Σαχζάτ Λουκμάν στα Πετράλωνα (2013), αντιμετωπίστηκαν ως «μεμονωμένα
περιστατικά» ή ως εκδηλώσεις «ακραίας διαμαρτυρίας». Η δημόσια συζήτηση συχνά
θεωρούσε τη Χρυσή Αυγή ως μια ακόμη «σκληρή» πολιτική φωνή, παραβλέποντας ότι η
ιδεολογία και η πρακτική της παρέπεμπαν ευθέως σε νεοναζιστικά πρότυπα. Η
εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής δεν αντιμετωπίστηκε εγκαίρως με
αποφασιστικότητα όπως απαιτούσε η κατάσταση, ενώ η θεσμική αντίδραση παρέμενε
αργή και συχνά ανεπαρκής.
Αυτή η στάση συνέβαλε στην
κανονικοποίηση της παρουσίας της οργάνωσης στη δημόσια ζωή και της επέτρεψε να
εμφανιστεί ως μια δήθεν «αντισυστημική» δύναμη, ενώ στην πραγματικότητα οικοδομούσε
έναν μηχανισμό οργανωμένης βίας εναντίον μεταναστών, πολιτικών αντιπάλων και
συνδικαλιστών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ανοχής, η οργάνωση κατάφερε να εισέλθει
στη Βουλή (2012) και να αναδειχθεί τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη, αποκτώντας
θεσμική παρουσία, δημόσιο βήμα και χρήμα. Από τη θέση αυτή ο αρχηγός της Χρυσής
Αυγής έφτασε στο σημείο να δηλώνει σε ομιλία του στις Θερμοπύλες (2012): «Εσείς
είστε τα τάγματα εφόδου, όποτε θέλουν ας έρθουν να μας συνθλίψουν. Σας
πληροφορώ ότι δεν περνάμε καθόλου καλά μέσα στο Κοινοβούλιο. Αισθανόμαστε
άβολα, μια σιχασιά και μια αηδία. Αν θέλουν το εγκαταλείπουμε ανά πάσα στιγμή
και βγαίνουμε στους δρόμους. Θα δούνε τότε τι σημαίνει Χρυσή Αυγή. (…) Τι
σημαίνει οι ξιφολόγχες να ακονίζονται στα πεζοδρόμια», έλεγε ο επικεφαλής της
οργάνωσης. (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 05.03.2026, https://tinyurl.com/mtrwbbsw).
Η δολοφονία του μουσικού Παύλου
Φύσσα, το βράδυ της 17ης Σεπτεμβρίου 2013, αποτέλεσε το σημείο καμπής που δεν
μπορούσε πλέον να αγνοηθεί. Η πράξη αυτή αποκάλυψε με τον πιο τραγικό τρόπο ότι
η βία της Χρυσής Αυγής δεν ήταν απλώς πολιτική ρητορική ή περιθωριακή δράση∙
ότι η Χρυσή Αυγή ήταν μια οργανωμένη εγκληματική οργάνωση με ιεραρχία, εντολές
και σαφείς πολιτικούς στόχους: την ανατροπή της δημοκρατίας. Η δολοφονία του
Παύλου Φύσσα έδωσε την αφορμή να συσχετιστούν δικογραφίες από άλλες
εγκληματικές ενέργειες και να ερευνηθεί από τις αρμόδιες εισαγγελικές και
δικαστικές αρχές για πρώτη φορά συνεκτικά και σε βάθος η δράση της Χρυσής Αυγής.
Η πολυετής δικαστική διαδικασία που ακολούθησε κατέδειξε ότι πίσω από το
προσωπείο του πολιτικού κόμματος λειτουργούσε ένας μηχανισμός εγκληματικής
οργάνωσης.
Η σημασία της καταδικαστικής
απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων (04-03-2026) «Όλοι ένοχοι
για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση» είναι σημαντική. Πρώτον,
επιβεβαιώνει ότι η δημοκρατία -όταν θέλει- έχει θεσμικά μέσα να προστατεύεται
απέναντι σε όσους επιδιώκουν να τη χρησιμοποιήσουν για να την υπονομεύσουν.
Δεύτερον, στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα ότι η οργανωμένη πολιτική βία και ο
νεοναζισμός δεν μπορούν να καλύπτονται πίσω από τον μανδύα της κοινοβουλευτικής
νομιμότητας. Και τρίτον ότι «από δω και πέρα θεσμικά το κράτος δεν μπορεί να
δηλώνει άγνοια για τέτοια φαινόμενα σε περίπτωση που εμφανιστούν με την ίδια ή
άλλη μορφή στο μέλλον» όπως δήλωσε στην «Κ» η Ελευθερία Τομπατζόγλου, συνήγορος
της οικογένειας Φύσσα (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 05.03.2026,
https://tinyurl.com/mtrwbbsw).
Η απόφαση αυτή αφορά πρωτίστως τα
μέλη μιας εγκληματικής οργάνωσης. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, όμως, λειτουργεί και
ως υπενθύμιση∙ για τις ευθύνες της κοινωνίας, όταν αντιμετωπίζει τον
φασισμό ως μια «ακραία άποψη», όταν υποβαθμίζει τον ρατσισμό και την οργανωμένη
επιθετικότητα ως μέρος μιας δήθεν «σκληρής» πολιτικής στάσης∙
για τις ευθύνες του πολιτικού συστήματος όταν υποτιμά τον φασισμό, όταν τον
θεωρεί ως ένα παροδικό φαινόμενο ή -ακόμη χειρότερα- όταν επιχειρεί να τον
αξιοποιήσει ευκαιριακά για πολιτικά οφέλη.
Η ιστορική αυτή απόφαση
υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία δεν θεωρείται δεδομένη. Απαιτεί από όλους
-κοινωνία και πολιτικό σύστημα- εγρήγορση, σαφή όρια απέναντι στη βία και
σταθερή προσήλωση στις αξίες της. Γιατί όταν η δημοκρατία καθυστερεί να
αντιδράσει στον φασισμό, όταν τον αντιμετωπίζει με αδιαφορία ή πολιτικό
υπολογισμό, τότε δεν υπονομεύονται μόνο οι θεσμοί της· υπονομεύεται η ίδια η
ύπαρξή της.





