Κεντρική αλλαγή στο νέο Κληρονομικό, εισάγει το νέο νομοσχέδιο που θα φέρει σύντομα προς ψήφιση το υπουργείο Δικαιοσύνης αποτελεί η σαφής χρονική οριοθέτηση της ισχύος των έκτακτων διαθηκών, με τον νομοθέτη να θέτει συγκεκριμένο όριο πέραν του οποίου η διαθήκη παύει να ισχύει.
Σύμφωνα με τη ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο σχέδιο νόμου, η έκτακτη διαθήκη καθίσταται αυτοδικαίως ανίσχυρη τρεις μήνες μετά τη λήξη των έκτακτων περιστάσεων που οδήγησαν στη σύνταξή της, εφόσον ο διαθέτης εξακολουθεί να βρίσκεται εν ζωή. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη μορφή διαθήκης αναγνωρίζεται από τον νόμο ως προσωρινή λύση ανάγκης και όχι ως μόνιμη μορφή έκφρασης της τελευταίας βούλησης.
Η πρόβλεψη αυτή εντάσσεται στη συνολική προσπάθεια εκσυγχρονισμού του πλαισίου των λεγόμενων «έκτακτων διαθηκών», δηλαδή των διαθηκών που συντάσσονται σε συνθήκες άμεσου κινδύνου θανάτου, όταν λόγω έκτακτων περιστάσεων - όπως επιδημία, πόλεμος, αποκλεισμός ή θαλάσσιο ταξίδι - είναι αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη η κατάρτιση διαθήκης με έναν από τους κανονικούς τύπους (ιδιόγραφη, δημόσια ή μυστική).
Σημειωτέο, πως οι έκτακτες διαθήκες, παρέχουν στον διαθέτη τη δυνατότητα να δηλώνει προφορικά την τελευταία του βούληση ενώπιον τριών μαρτύρων, όταν διατρέχει άμεσο κίνδυνο θανάτου και λόγω έκτακτων περιστάσεων, ιδίως αποκλεισμού, επιδημίας, θαλάσσιου ταξιδιού ή πολέμου, καθίσταται αδύνατη ή σημαντικά δυσχερής η κατάρτιση διαθήκης με κάποιον από τους τύπους (ιδιόγραφη, δημόσια, μυστική).
Ωστόσο, η νέα ρύθμιση ξεκαθαρίζει ότι η ισχύς μιας τέτοιας διαθήκης είναι περιορισμένη χρονικά. Αν οι έκτακτες συνθήκες εκλείψουν και ο διαθέτης επιζήσει πέραν του τριμήνου, τότε η διαθήκη θεωρείται άκυρη σαν να μην συντάχθηκε ποτέ και απαιτείται η σύνταξη κανονικής διαθήκης με έναν από τους προβλεπόμενους τύπους.
Η προθεσμία αυτή μπορεί να ανασταλεί μόνο εφόσον ο διαθέτης εξακολουθεί να αδυνατεί να συντάξει κανονική διαθήκη, ενώ διακόπτεται σε περίπτωση που βρεθεί εκ νέου υπό τις ίδιες έκτακτες περιστάσεις.
Με τη ρύθμιση αυτή ο νομοθέτης επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας της πραγματικής βούλησης του διαθέτη σε στιγμές κινδύνου και στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου, ώστε οι έκτακτες διαθήκες να λειτουργούν αποκλειστικά ως λύση ανάγκης και όχι ως υποκατάστατο των κανονικών μορφών διαθήκης.





