«Μεταξύ Ιστορίας και Θρύλου»      ΤΟ ΠΑΙΔΙ

«Μεταξύ Ιστορίας και Θρύλου» ΤΟ ΠΑΙΔΙ

Του Ηλία Τσιαμήτρου


Το παιδί είχε γεννηθεί εξήντα χρόνια μετά την αποπεράτωση του περίλαμπρου ναού. Είχαν περάσει εκατόν είκοσι ολόκληρα χρόνια απ’ τη μέρα που ο βασιλιάς Κροίσος είχε θέσει τον θεμέλιο λίθο, ως τη μέρα που ολόκληρη η πόλη εν χορδαίς και οργάνοις γιόρτασε τα εγκαίνια.  Απ’ την τρώγλη όπου έμεναν οι δικοί του διακρίνονταν καθαρά οι μαρμάρινες κολόνες που στέκονταν αγέρωχα απέναντι στη θάλασσα του Αιγαίου. Εκείνες οι λευκές κολόνες ήταν η πρώτη εικόνα που αντίκρυσαν τα θυμωμένα ματάκια του παιδιού σαν βρέθηκε απροσκάλεστο στον μάταιο τούτο κόσμο. Το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσαν οι γονιοί του ήταν ένα ακόμη στόμα να τους γυρεύει τροφή. 

   Το παιδί μεγάλωσε στη σκιά του ναού νηστεύοντας το ψωμί και την αγάπη. Τις νύχτες ξυπνούσε τρομαγμένο απ’ τον ίδιο εφιάλτη που έβλεπε ξανά και ξανά. Μια από ‘κείνες τις κολόνες να κυλάει με θόρυβο και να τσακίζει το μικρό καλυβάκι της φαμίλιας του αφήνοντάς τους όλους στον τόπο. Μετά, αργούσε να ξανακοιμηθεί κοιτάζοντας με βλέμμα σκοτεινό το φωτισμένο οικοδόμημα που διαφέντευε αδιάφορα τη ζωή τους. Όταν κουρασμένο απόκλεινε πάλι τα μάτια του, δεν ήξερε να πει αν ένιωθε αγάπη ή μίσος για τον μαρμάρινο γίγαντα που στοίχειωνε τις νύχτες και μαύριζε τις μέρες του. 

   Σαν μεγάλωσε λιγάκι, τον βάλανε παραγιό σ’ έναν σιδερά να δουλεύει το φυσερό για τη φωτιά. Τα χέρια του μάτωναν στο σκληρό ξύλο, αλλά τα σκούρα μάτια του αναπαύονταν στη ζεστασιά της κόκκινης φλόγας που πύρωνε το σίδερο. Τα βράδια που έπεφτε αποκαμωμένο για τον άσωστο ύπνο του, εκείνη η φλόγα γινόταν θεριό ολάκερο κι έφτανε μέχρι τον ουρανό. Τον καιρό που προβιβάστηκε σε βοηθό του μάστορα κι αρχίνησε να δουλεύει δειλά-δειλά το αμόνι, το παιδί γνώριζε πια όλα τα μυστικά της φωτιάς. Ένιωθε μέσα του χαρά ανείπωτη καθώς έβλεπε τις κόκκινες σπίθες να πετάγονται τριγύρω την ώρα που χτυπούσε το πυρωμένο σίδερο με το σφυρί. Το παιδί ήταν για πρώτη φορά στη ζωή του ευχαριστημένο. 

   Τότε ήταν που ακούστηκαν οι σάλπιγγες. Η πόλη κινδύνευε, ο εχθρός πλησίαζε, οι άρχοντες φοβισμένοι σύναζαν στρατό. Οι πολίτες δεν έφταναν, στρατολόγησαν και τους τεχνίτες, τους παρακατιανούς, ακόμη και τους δούλους. Πήραν τον κύρη του, πήραν τον σιδερά, πήρανε και τον ίδιο. Το παιδί βρέθηκε στρατιώτης σε μέρη μακρινά απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. 

   Πέρασαν χρόνια γεμάτα αίμα, πόνο και δάκρυα. Τα μάτια του είδαν πολλά, η ψυχή του μαύρισε. Το κορμί του ωρίμασε, τα χέρια του έγιναν σίδερο, τα πόδια του ατσάλι. Πολέμησε γενναία, τόσο γενναία, που ο λοχαγός του τον ονομάτισε ήρωα. Όταν το κακό πέρασε, η πολιτεία γιόρτασε τα επινίκια στον μεγάλο ναό θυσιάζοντας στη θεά βόδια, δαμάλες και γίδες. Ύστερα, απόλυσε τους επίστρατους με πολλούς και θαυμαστούς επαίνους, μα δίχως έναν οβολό στο χέρι. Δεν τους χρειαζόταν άλλο, ήταν ελεύθεροι να γυρίσουν στη μιζέρια τους. Το παιδί επέστρεψε στην καλύβα τους. Ήταν πια άντρας δυνατός και όμορφος. Είχε λαβωματιές στο κορμί, παράσημα στο στήθος και όνομα νέο, ηρωικό, που προξενούσε δέος. Μα ήταν φτωχός, φτωχότερος κι από πρώτα. Βρήκε τον  πατέρα του σκοτωμένο, τη μάνα του άρρωστη, τ’ αδέρφια του χαμένα. Ο σιδεράς δεν είχε γυρίσει απ’ τον πόλεμο, το μαγαζί το δούλευε τώρα ένας ξένος. Δεν έστερξε να πάρει το παιδί για βοηθό, δεν έφταναν τα λεφτά. Ο πόλεμος είχε ρημάξει τα μικρομάγαζα, έτσι του είπε. 

Το παιδί ζούσε πάλι στη σκιά του μεγάλου ναού, νηστεύοντας ξανά το ψωμί και την αγάπη. Όταν πέθανε η μάνα του, τα μάτια του αγρίεψαν• κιτρίνισαν όπως του λύκου στο κλουβί. Αρχίνησε πάλι να ξυπνά τις νύχτες. Άλλοτε έβλεπε τον παλιό εφιάλτη με την κολόνα του ναού, άλλοτε πάλι τις φλόγες στο φυσερό του σιδερά να σηκώνονται μέχρι τον ουρανό. Πήγε χαμάλης στο λιμάνι, δούλευε για πενταροδεκάρες ίσα για να βρίσκει να πίνει κρασί. Κάθε βράδυ που γυρνούσε στο καλύβι μεθυσμένος, τα χαμίνια τον έπαιρναν από πίσω πετροβολώντας τον και φωνάζοντάς τον χλευαστικά με το καινούριο ηρωικό του όνομα. Εκείνος υπέμενε αγόγγυστα τις προσβολές, μόνο  κοίταζε τον ολόφωτο όγκο του ναού που διαφέντευε ξανά τη ζωή του γεμάτος οργή και μίσος. 

   Μια ζεστή νύχτα, εικοσιμία του Ιουλίου του 356 π.Χ., την ώρα που η Ολυμπιάδα η γυναίκα του Φιλίππου του βασιλιά της Μακεδονίας έφερνε στον κόσμο τον Μεγαλέξαντρο, το παιδί με βλέμμα χαμένο κι έναν πυρσό στο χέρι τράβηξε για το ναό. Ήξερε τη φωτιά, γνώριζε καλά τι να κάμει. Σε λίγη ώρα ο ναός είχε λαμπαδιάσει απ’ άκρη σε άκρη. Μάταια η μεγάλη πολιτεία κάλεσε τους πολίτες να τον σώσουν. Οι φλόγες τύλιξαν το περίλαμπρο κατασκεύασμα κι έφτασαν μέχρι τον ουρανό. Μέχρι να φέξει, ο ναός της Άρτεμης δεν υπήρχε πια. Χρειάστηκαν εκατόν είκοσι χρόνια για να φτιαχτεί και μόνο μια νύχτα για να γίνει στάχτη.

Βρήκαν το παιδί σε μια γωνιά να κοιτάζει με απόλαυση τη φωτιά κρατώντας στο χέρι τον πυρσό. Το πρόσωπο μαύρο απ’ τους καπνούς, τα μάτια κόκκινα, τα μαλλιά καψαλισμένα. Είχε στα χείλη ένα στραβό χαμόγελο και τους κοίταζε χωρίς να τους βλέπει, οι φλόγες είχαν στοιχειώσει την ψυχή του. Δεν αντιστάθηκε όταν του πέρασαν τα σίδερα στα χέρια. Καθώς τον πήγαιναν στους άρχοντες σπρώχνοντας, βρίζοντας και χτυπώντας τον δεν έβγαλε άχνα. Μονάχα έστρεφε όσο μπορούσε το κεφάλι προς τη φωτιά και γελούσε σαρκαστικά όπως ένας σαλός. 

   Τον βάλανε στον τροχό και τον βασάνισαν να ομολογήσει γιατί έκαμε ένα τέτοιο μεγάλο κρίμα. Στην αρχή έμενε αμίλητος. Σαν τον έζωσε πόνος απάνθρωπος ούρλιαξε να τον ακούσουν μέχρι την Αθήνα, τη Σπάρτη, την Περσέπολη. Φώναζε πως πολέμησε σαν λιοντάρι, απόκτησε όνομα ηρωικό με την αξία του και γύρευε μ’ αυτόν τον τρόπο να μείνει στην ιστορία. Οι άρχοντες δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Συσκέφτηκαν αναμεταξύ τους οργισμένοι. Ύστερα, του φώναξαν στ’ αυτί καθώς ψυχορραγούσε πως κάτι τέτοιο η πολιτεία δεν θα το επέτρεπε ποτέ. Κανείς δεν θα ανάφερε ποτέ το όνομά του. Τίποτε δεν θα έμενε να θυμίζει αυτόν και το κρίμα που είχε φορτώσει στη μαύρη ψυχή του. Μέχρι το μεσημέρι είχε ξεψυχήσει. 

   Βγάλανε νόμο αυστηρό με ποινή θανάτου. Κανείς ποτέ δεν θα ανάφερε το όνομα του παιδιού. Ορκίστηκαν πως όποιος τολμούσε να το κάνει θα τέλειωνε στον τροχό κι ελόγου του. Ορκίστηκαν να ξαναχτίσουν και το ναό, λαμπρότερο από πριν. Ορκίστηκαν, λύσσαξαν, άφρισαν, έσχισαν τα ρούχα τους, αλλά δεν τους πέρασε. Το όνομα του παιδιού, έμεινε στην Ιστορία: Ηρόστρατος. Και ο ναός της θεάς δεν ξαναχτίστηκε ποτέ το ίδιο λαμπρός όπως παλιά.


Εφημερίδα Λαός
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: Εφημερίδα Λαός - Τοπική Εφημερίδα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΞΥΠΟΛΗΤΗ  ΑΛΗΘΕΙΑ…

ΞΥΠΟΛΗΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ…

Ταξίδευε σαν πρόσφυγας του Ήλιου και των ονείρων και...

Σκάκι  για αρχάριους Μέρος 9

Σκάκι για αρχάριους Μέρος 9

Του Σάκη ΤριανταφυλλίδηΠροπονητή ΣκακιούΠώς να μη...

Ιστορίες της καθημερινότητας     Ο Εξωγήινος

Ιστορίες της καθημερινότητας Ο Εξωγήινος

Του Θανάση Μελετίδη Ένας ψηλός, αποστεωμένος τύπος –...

Η ελληνική στρατηγική πρωτοβουλία που αιφνιδίασε την Τουρκία και ανατρέπει τα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο

Η ελληνική στρατηγική πρωτοβουλία που αιφνιδίασε την...

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. ΜπαλωμένοςΠολιτικός...

«ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ ΓΗ ΤΟΥ ΑΤΑΠΑΖΑΡ» Μέρος 8ο

«ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ ΓΗ ΤΟΥ ΑΤΑΠΑΖΑΡ» Μέρος 8ο

Γράφει ο Γιώργος ΚοτζαερίδηςΣυνέχεια από το...

Πενία αιωνία - επαιτεία διαρκείας

Πενία αιωνία - επαιτεία διαρκείας

Του Απόστολου ΙωσηφίδηΚατά την διάρκεια της...

«Ιδού ο Νυμφίος  έρχεται…»

«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…»

Του Ιερέως: Παναγιώτου Σ. ΧαλκιάΜια γενική θεώρηση της...

Το Σάββατο 4 Απριλίου στις 12.00 η κηδεία του μικρού Αχιλλέα

Το Σάββατο 4 Απριλίου στις 12.00 η κηδεία του μικρού...

Κηδεύεται το Σάββατο 4 Απριλίου 2026 στις 12.00 από τον Ιερό...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ # ΝΕΑ

Σχετικά άρθρα

Με απόφαση του Δημάρχου Βέροιας, Κωνσταντίνου Βοργιαζίδη, σήμερα Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026, όλες οι σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια)...

Η είδηση της αιφνίδιας απώλειας του 66χρονου ηλεκτρολόγου Γιώργου Κουτσιώνη, το πρωί της Τετάρτης (29/5/2024), σκόρπισε θλίψη στην κοινωνία της Βέροιας.  Ο Γιώργος Κουτσιώνης υπήρξε άριστος επαγγελματίας και...

Θανατηφόρο τροχαίο σημειώθηκε σήμερα, πρωί Δευτέρας 1 Απριλίου, λίγο πριν τις 10.00, στην Πατρίδα Βέροιας, όταν  ΙΧ αυτοκίνητο που κινούνταν απο Βέροια προς Νάουσα , ξέφυγε απο τον έλεγχο, πέρασε στο αντίθετο...

Από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος - Καθαριότητας και Πολιτικής Προστασίας του Δήμου Βέροιας, ανακοινώνεται ότι επικαιροποιήθηκε από την ΕΜΥ, το έκτακτο δελτίο επιδείνωσης καιρού, το οποίο για την περιοχή μας,...