Ταξίδευε
σαν πρόσφυγας του Ήλιου
και των ονείρων
και ρώταγε.
…πότε γιορτάζουν τα πουλιά;…….
…που πάνε τα χρόνια σαν
περνάνε;…..
Θυμόταν και τα τρακτέρ
και τους γεωργούς με τα ψάθινα
καπέλα.
Τα χωράφια με τα στάχια
και τις χορωδίες που ψέλναν το…
«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» στο χώμα,
και το «ΧΑΙΡΕ» στα μαζέματα..
Σκεφτόταν τους Αιώνες.
τις λέξεις
που υπάκουαν τυφλά.
Ήταν η ώρα
που το Μέλλον τους σκουντούσε.
-Τι χρώμα έχουν οι αλήθειες ρώταγε.;
Ίδια, σαν την μητέρα μου
που μούλεγε…
«να προσέχεις την ΑΝΟΙΞΗ
παιδί μου…
ξοδεύει αλόγιστα,
σαν εκατομμυριούχος το ΦΩΣ»...
Γιάννης Ναζλίδης





