Του Θανάση Μελετίδη
Ένας ψηλός, αποστεωμένος τύπος – ακαθόριστης ηλικίας – ήταν ανεβασμένος σε ένα παγκάκι σε κάποια από τις πολλές – ποτέ δεν μπόρεσα να μάθω τις ονομασίες τους … ακόμη τις μπερδεύω – κρυμμένες μες στα τσιμέντα, πλατείες της Αθήνας.
Κόσμος είχε μαζευτεί για να τον ακούσει. Κάποιοι μειδιούσαν. Κάποιοι τον παρατηρούσαν περίεργα. Κάποιοι έδειχναν να περιμένουν να τούς δώσει … «λύση».
Βρέθηκα εκεί τελείως τυχαία. Η χαρά και περισσότερο η έκπληξή μου ήταν απερίγραπτη αναγνωρίζοντας τον φίλο μου, τον Θουκυδίδη. Ήταν ντυμένος με τα ολόλευκα ρούχα που συνήθιζε να φορά, ίσως επειδή πίστευε πως ταίριαζαν με την καθαρή του ψυχή και με το ολόλευκο σουλούπι του : μακριά άσπρη γενειάδα, πλούσια μεταξένια κατάλευκα μαλλιά που κάλυπταν μια ξεφτισμένη και πολυκαιρισμένη πλαστική ζώνη που κρέμονταν στην ισχνή του μέση.
Τον είχα γνωρίσει σε μια ταβέρνα στο κέντρο της Αθήνας. Σε μια καταφρονημένη της γωνιά. Που για να τη βρει κανείς θα έπρεπε να διανύσει τον λαβύρινθο με τους «ιεροεξεταστές» του Κάφκα. Και να μπορέσει να υποψιαστεί πως πίσω από έναν χαμηλό τοίχο φτιαγμένο από κάποιες φαινομενικά τυχαίες, ξεχαρβαλωμένες και ασβεστωμένες πουρόπετρες μπορεί και να κρύβεται μια όαση γεμάτη με ευωδιές από τις λεμονιές και τις νεραντζιές που βλέποντάς τες σού ερχόταν εικόνες από χριστουγεννιάτικα, στολισμένα με αστραφτερές μπάλες, δεντράκια.
Όταν τον πρωτογνώρισα, ένα μουδιασμένο μεσημέρι, καθόταν με την παλάμη του να κρατά σφιχτά, μάλλον από την πίεση κάποιας από τις σκέψεις του που προσπαθούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα, ένα ποτηράκι με κρασί – «μόνον κρασί πίνω, επειδή το ευλόγησε ο Αδερφός μου», έλεγε –, σε μια γωνιά, σε μιαν άκρη της αυλίτσας της ταβέρνας όπου δε θα μπορούσε να τον δει κανείς περίεργος περαστικός… κάτω από μια ταπεινή νεραντζιά που μεγάλωνε σπαρταρώντας από τα βρομόνερα των πεζοδρομίων μιας αθλιότητας που θέλει να την ονομάζουν «πρωτεύουσα»…
Απλώς, τότε, είχα καθίσει στο απέναντι τραπεζάκι και χωρίς να καταλάβω πώς αρχίσαμε την κουβέντα που κράτησε πολλές ώρες. Μετά βρισκόμασταν, στο ίδιο μέρος, χωρίς να κλείνουμε ποτέ ραντεβού για δυο χρόνια έως να τον χάσω για πάντα αναπάντεχα … όμοια όπως τον πρωτογνώρισα – χωρίς προσυνεννόηση. Κι δυο δε βρίσκαμε νόημα στα προγράμματα …
Κρύφτηκα πίσω από τον κόσμο. Δεν ήθελα να με δει, γιατί δεν ήθελα να νιώσει πως απευθύνεται σε κάποιον φίλο του. Δεν ήθελα να τον επηρεάσω, δεν ήθελα να τον ενοχλήσω. Ό,τι θα άκουγα σκέφτηκα πως είχαμε χρόνο να το κουβεντιάσουμε σε μια πιο γαλήνια ώρα. Χωρίς θορύβους και, κυρίως, για να μπορώ να προσποιηθώ πως δε γνώριζα τίποτα. Όχι από υστεροβουλία παρά από ανταπόδοση, από ενσυναίσθηση, από ευγένεια. Για να τα πούμε, ίσως, σε κάποιο ξεχαρβαλωμένο, κουτσό και χωρίς σημασία απομεσήμερο είτε σε κάποιο σκοτεινό, απατηλό και στενόχωρο βράδυ… Ίσως, επειδή από εκείνον έμαθα πως τα συναισθήματα είναι ο κρίκος που προσπαθεί να ενώσει τον κάλπικο με τον γνήσιο κόσμο και που θέλει να ξεχωρίσει τις άδολες από τις πικρόχολες υπάρξεις … Είχε την ικανότητα να δείχνει τα συναισθήματα που τού δημιουργείς με αναπάντεχο τρόπο: είτε θα μειδιούσε παράξενα είτε θα έκανε πως ούτε σε είδε ούτε σε άκουσε είτε θα έκανε μεταβολή και θα εξαφανιζόταν αθόρυβα σαν να τον είχε τυλίξει κάποιο απόκοσμο σύννεφο!
Ξεκίνησε την «επί του πάγκου» του ομιλία, όπως μιλούσε πάντα, με αλληγορίες:
«Πριν χιλιάδες χρόνια, ο Αίσωπος είχε γράψει μιαν ιστορία για μια χελώνα που ήθελε να πετάξει. Η χελώνα εκείνη έπεσε από ψηλά και τσακίστηκε. Το νόημά της βρίσκεται στο αποτέλεσμα ή στην ιδέα της; Είναι το νόημά της πως όποια ύπαρξη ξεφεύγει από εκείνο που, φαινομενικά, προγραμματίστηκε να ακολουθεί είτε θα πρέπει να τσακιστεί είτε να εξοριστεί από την ομάδα; Ή μήπως το νόημά της βρίσκεται στην αξία της υπέρβασης; … και λέγοντας «εξοριστεί» θυμήθηκα μιαν άλλην ιστορία: εκείνη με τον «Γλάρο Ιωνάθαν» του Ρ. Μπαχ, στην οποία ένας γλάρος, αντί να πηγαίνει καθημερινά για αναζήτηση τροφής, έκανε με τις ώρες ασκήσεις για να βελτιώσει τις ικανότητές του στο πέταγμα. Ως μοιραίο επακόλουθο εξορίστηκε, ως θετικό απότοκο έμαθε στους νεαρούς γλάρους πως μπορούν να ταξιδέψουν πολύ ψηλότερα και πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι έως τότε όλη η ομάδα πίστευε…».
Πετάχτηκε κάποιος από το πλήθος που τον περιτριγύριζε:
- Άμα κάνουμε σαν τη χελώνα ή σαν τον γλάρο που είπες, θα πεινάσουμε!
Ο Θουκυδίδης έμεινε για λίγες στιγμές αμίλητος. Κατάλαβα πως σκεφτόταν τον τρόπο να απαντήσει, χωρίς τα λόγια του να ξεφύγουν από την αρχική του πρόθεση που δεν ήταν να πει αφορισμούς, αλλά ένα παραμύθι! Αρπάχτηκε αμέσως από ένα «λαϊκό άσμα» που άξαφνα άρχισε να ακούγεται από ένα σταματημένο σε φανάρι αυτοκίνητο: ένα τραγούδι «κονσέρβα» που θύμιζε με τα λόγια και τους στίχους του χιλιάδες άλλα …
-Πες μου: το τραγούδι που ακούγεται σού δημιουργεί κανένα συναίσθημα; Είπες όχι; Θα συμφωνήσω… Άρα ούτε τέχνη είναι και συνεπώς ούτε λόγο ύπαρξης έχει. Μήπως και μια ζωή που δε δημιουργεί πρωτόγνωρα θετικά συναισθήματα είναι ανούσια; Επειδή τα συναισθήματα αυτά είναι τα χρώματα και η μουσική του θεϊκού μέρους της ύπαρξής μας και οφείλουμε με τις πράξεις μας να τα δημιουργούμε. Ο κόσμος έχει ανάγκη να νιώθει πως υπάρχει κάπου μια τέτοια πηγή πρωτόγνωρων συναισθημάτων που, καλύτερα από άλλες πράξεις, προκαλεί η υπέρβαση. Επειδή αυτή, κυρίως, μπορεί να αναστατώσει τον αιθέρα. Μόνον έτσι πάει προς τα μπρος η ζωή, γιατί μόνον έτσι γίνεται πράξη η αληθινή ανθρώπινη ύπαρξη…
-Πώς γίνεται αυτό πράξη στην καθημερινότητα; τον διέκοψε ο προηγούμενος,
-Πολύ απλά: Προσπαθώντας να κάνεις το κάτι παραπάνω με ό,τι ασχολείσαι με μοναδικό σκοπό να δημιουργείς γύρω σου συναισθήματα που προκαλούν χαρά και αναπάντεχη ευχάριστη έκπληξη… Και να σου πω πως υπάρχουν αρκετοί που το κάνουν αυτό χωρίς να το καταλαβαίνουν. Κανείς δεν είπε πως είμαστε όλοι φτιαγμένοι για απόστολοι. Ούτε είμαστε φτιαγμένοι όλοι για «χελώνες» ούτε για «γλάρους»… Και ίσως το πιο σημαντικό είναι να μπορεί κανείς να αλλάξει «στρατόπεδο» και να τους υπερασπιστεί, γιατί δεν κάνουμε τον κόπο ούτε για μια στιγμή να σταθούμε για να οσμιστούμε τον αέρα. Μόνον τρέχουμε πάνω κάτω…και το χειρότερο στην ίδια πάντα διαδρομή…
Κάπως έτσι, αναπάντεχα όπως άρχισε, η ομιλία τελείωσε. Ο κόσμος – μαζί κι εγώ – σκόρπισε ξεκινώντας, ασυνείδητα, την πάνω κάτω γνωστή του διαδρομή …
Το ίδιο βράδυ πήγα στην ταβέρνα να τον βρω. Δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν εκεί ούτε τις ακόμη καμιά δεκαριά φορές που τον έψαξα. Ούτε μετά από κάνα χρόνο που ξαναπήγα και είδα την καρέκλα που καθόταν γερμένη και τη νεραντζιά μαραζωμένη …
Σκέφτηκα, στενόχωρα, πως ίσως αποφάσισε να κάνει την τελική του υπέρβαση…





