Του Θανάση Μελετίδη
Διαβάζοντας το οικονομικό ρεπορτάζ μιας εφημερίδας, φαντάστηκα το παρακάτω:
Στη σουίτα ενός ξενοδοχείου 7 αστέρων, στο κέντρο της πρωτεύουσας, πέντε έξι κουστουμαρισμένοι τύποι συζητούσαν υπό την προστασία καμιάς δεκαριάς «γορίλων» :
-Δεν υπάρχει άλλη λύση! Πρέπει να καλυφθούν τα έσοδα από την παράνομη διακίνηση καυσίμων. Θα τους υποχρεώσουμε να χρησιμοποιούν τραπεζική κάρτα για το 30% των αγορών τους. Διαφορετικά θα φορολογούνται, είπε ο τύπος με τη μεγάλη μύτη ρουφώντας ουίσκι από το κρυστάλλινο ποτήρι του.
-Και γιατί δεν φορολογούμε την παράνομη διακίνηση … ξεκίνησε να ρωτήσει ο νεότερος της παρέας.
Ο τύπος με τη μεγάλη μύτη τον κοίταξε με αηδία:
-Ποιος ηλίθιος σε έκανε εσένα γενικό γραμματέα των οικονομικών; Πάντως όχι εγώ! Κάντε και σεις τίποτα σωστό! Δεν μπορώ να ασχολούμαι με όλα…. Απολύεσαι! φώναξε κάνοντας νόημα στους γορίλες να τον πετάξουν έξω.
-Πρόεδρε, θα μας πάρουν με τις πέτρες! Ούτε στην αγαπημένη σου Γερμανία δε γίνεται αυτό, είπε ο δεύτερος στην «τάξη» μυτόγκας.
-Ακριβώς! Εδώ δεν είναι Γερμανία! Ένα απέραντο Φρενοκομείο είμαστε! Και μην ανησυχείς. Τα βάρη φορτώνονται στον γάιδαρο! Και όσο αντέξει! Τι άλλο μπορεί να κάνει;
-Χε! χε! χε! Καλά τα λες πρόεδρε, είπαν οι άλλοι κατεβάζοντας ουίσκι «50 year old» συνοδευόμενο από αυγά οξύρυγχου…
Παράτησα τις φαντασίες μου και πήγα στο κοντινό μάρκετ να ψωνίσω. Πήγαινα πάντα στο συγκεκριμένο, επειδή ιδιοκτήτης του ήταν ένας συμμαθητής μου από το δημοτικό σχολείο που πάντα μού ήταν ιδιαίτερα συμπαθής. Τον βρήκα να «φροντίζει» τα λαχανικά που σε κλούβες είχε στο πεζοδρόμιο του καταστήματός του:
«2,5 ευρώ τα λεμόνια; Κοσμηματοπωλείο το έκανες …»,του είπα πριν με δει, για να τον πειράξω.
«Πού είσαι σειρά; είπε χαρούμενα γυρνώντας προς τα μένα. «Από τα 2,5 ευρώ που θα πληρώσεις τα 50 λεπτά είναι ο Φ.Π.Α.». Το ένα ευρώ είναι η αγορά τους. Άλλο μισό ευρώ είναι η φύρα τους. Μένει μισό ευρώ για να πληρώσω τους υπαλλήλους, να πληρώσω το ρεύμα και τα άλλα έξοδα. Τι μένει; Αν μού δώσεις 500 ευρώ τον μήνα σε κάνω ιδιοκτήτη!».
«Δηλαδή, ρε μεγάλε, εγώ θα πληρώσω τον Φ.Π.Α. και τη φύρα σου;
«Εννοείται! Όπως τα φορτώνουν σε μένα, έτσι τα φορτώνω κι εγώ στους άλλους».
« Όλο αυτό θυμίζει το ανέκδοτο με τον φορτωμένο γάιδαρο»! είπα γελώντας.
«Γιατί; Δεν ξέρεις πως είμαστε φορτωμένα γαϊδούρια»;
Τι να κάνω; Φόρτωσα τα λεμόνια στον γάιδαρο – είχε αποκτήσει και δυο παλάμες – και πήγα προς το σπίτι, για να τα ξεφορτώσω…
Περπατώντας ένας συνειρμός μού ήρθε :
Πριν από χρόνια, κάπου στην πλατεία Αττικής της Αθήνας, προσπαθούσα να νοικιάσω ένα μικρό διαμέρισμα. Ο ιδιοκτήτης του μού το έδειξε και η αλήθεια είναι πως μού άρεσε πολύ. Συμφωνήσαμε και στην τιμή και πάνω που νόμιζε πως θα του δώσω τα χρήματα και θα υπογράψουμε συμβόλαιο του ζήτησα τις τελευταίες αποδείξεις πληρωμής του ηλ. ρεύματος και του νερού. Μου έδωσε μόνον του νερού.
«Θα ήθελα να ξέρω, γιατί δεν ανάβουν τα φώτα», του είπα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα, όντας σίγουρος πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Είναι κομμένο το ρεύμα», αναγκάστηκε να παραδεχτεί. «Θα κάνεις έναν κόπο να πας στη ΔΕΗ να το συνδέσουν»…
Μετά από την επιμονή μου, άλλαξε χρώμα, κατακοκκίνισε και εκνευρισμένος είπε: «Είχα έναν ενοικιαστή Ρουμάνο που την κοπάνησε και άφησε υπόλοιπο 600 ευρώ. Όποιος αφήνει υπόλοιπο εγώ θα το πληρώνω»;
«Προφανώς η γυναίκα σου σε διέταξε να το φορτώσεις στον γάιδαρο», απάντησα φεύγοντας γρήγορα για να αποφύγω «δυσάρεστα»…
Απελπισμένος και κάνοντας πως δεν άκουσα τη βρισιά που είπε πίσω από την πλάτη μου, άρχισα πάλι το ψάξιμο κατοικίας. Είχε αρχίσει να βραδιάζει και δεν ήθελα να τη βγάλω σε παγκάκι ή σε κανένα φτηνιάρικο ξενοδοχείο της Ομόνοιας…
Κατηφορίζοντας την Αχαρνών μια τεράστια βιτρίνα στο βάθος αναμετέδιδε όλη την από πάνω της κίνηση : αυτοκίνητα, εκατοντάδες πεζοί και κάπου σε μιαν άκρη της και ένας καμαρωτός, ντυμένος γάιδαρος! Πλησιάζοντας άρχισα να ξεχωρίζω στον γάιδαρο τα ρούχα μου! Φτάνοντας κοντά βεβαιώθηκα: Ο γάιδαρος εκείνος ήμουν εγώ!





