Του Ηλία Τσιαμήτρου
Ορκίζομαι πως δεν το έκανα για τα λεφτά. Ο πατέρας μου βρισκόταν καλά οικονομικά και η μάνα μου τον είχε τον τρόπο της. Όταν τον ακολούθησα άφησα πίσω τα πλούτη της φαμίλιας μου και γύριζα μαζί του βρώμικος, κακοντυμένος και ταπεινός στα σκληρά χώματα της Ιουδαίας και της Σαμάρειας. Τα αγριάγκαθα πλήγιασαν τα πόδια μου, το κρύο του χειμώνα ρήμαξε το κορμί μου, ο καυτός ήλιος του καλοκαιριού μαύρισε το δέρμα μου. Τον αγάπησα όμως, κι εκείνος μ’ αγαπούσε, το ξέρω. Ήμουν ο τελευταίος που διάλεξε να πάρει μαζί του. Ο δωδέκατος μαθητής.
Οι άλλοι ήταν αφελείς κι αγράμματοι ψαράδες με τα χέρια χαρακωμένα απ’ τη ριχτή και τα δίχτυα. Άξεστοι χωρικοί που τα χνώτα τους βρομοκοπούσαν σκόρδο και φτηνό κρασί και τα νύχια τους ήταν ακόμα γιομάτα χώμα και σβουνιές. Ήμουν ο μόνος ανάμεσό τους που γνώριζε ανάγνωση και γραφή. Μιλούσα κι ολίγα ελληνικά, ενώ κάτεχα κομμάτι και τη λατινική ίσα για να εννοώ τις διαταγές του Πραίτορα που φώναζε ο τελάλης έξω απ’ το Ναό. Ήμουν καλός και στους λογαριασμούς, εμένα όρισε εκείνος να κρατάω τα οικονομικά της κομπανίας.
Εκτός απ’ όλα τούτα, ήξερα τους αστερισμούς, την πορεία του ήλιου στο στερέωμα, τους κύκλους της σελήνης, τις γραφές των προφητών, τα ονόματα των φυτών και των ζώων. Εκείνος τα γνώριζε όλα αυτά και παρά πως μ’ αγαπούσε όπως προείπα, είχε όλη την έγνοια του για τους άλλους έντεκα και μια συγκρατημένη αποδοχή, σχεδόν αδιαφορία, για μένανε. Με στεναχωρούσε αυτό και με πίκραινε, αλλά σκεφτόμουν πως υπήρχε οπωσδήποτε κάποιος λόγος που αυτός ο δίκαιος, ο δάσκαλος, ο επαναστάτης, ο υιός του ανθρώπου και κτίστης των πάντων μου επεφύλασσε μια τέτοια αδικία.
Δεν λάθεψα. Όταν ο χρόνος έκλεισε τον κύκλο του εκείνες τις τρομερές μέρες, αυτός με κάλεσε κι εγώ σαν έτοιμος από καιρό στάθηκα σιμά του. Τον άκουσα με κατάνυξη και τρόμο. Είπε πως ήμουν ο εκλεκτός του ανάμεσο των ανθρώπων. Ο αμνός που θα θυσιαζόταν για ν’ αρχινήσει το δικό του μαρτύριο. Ο βοηθός, το δεξί του χέρι για τη σωτηρία του Κόσμου. Καταλάβαινα, κι έβαλα ζόρι να μην πιώ το πικρό ποτήρι που με κερνούσε. Δεν έστρεργα τόση ατιμία, δεν το χωρούσε ο νους μου. Με κοίταξε όμως με τα πράα του μάτια που έκλειναν μέσα την καλοσύνη και την ανάγκη της πλάσης όλης, και συμφώνησα με όσα μου γύρεψε.
Έσυρα μια στερνή αντίρρηση με φωνή σβησμένη: δε χρειαζόταν να τον φιλήσω. Όλοι γνώριζαν ποιος ήταν. Εχθροί και φίλοι και όσοι τον επιθυμούσαν νεκρό και όσοι έπιναν νερό στ’ όνομά Του. Ήταν ένα φιλί-σημάδι που θα σφράγιζε την επαφή του θνητού με το αιώνιο, έτσι μου είπε. Κι εγώ ο εκλεκτός που θα διέπραττε εκείνη την ύβρι. Σημαδεμένος και μισητός έως εσχάτων, θα σήκωνα πάνω μου το κρίμα του Μαρτυρίου του. Έτσι μίλησε και τα μάτια του δάκρυσαν. Χωρίς εσένα, αδύνατον να σωθεί ο Άνθρωπος, ψιθύρισε και ακούμπησε το χέρι του στο μέτωπό μου όπως έκανε με τους λεπρούς, τους ασθενείς και τους ανάπηρους που θεράπευε.
Έπαιξα με μαεστρία το ρόλο που μου ανάθεσε. Πρόσφερα στους αρχιερείς που τον μισούσαν και τον φοβούνταν συνάμα, την ευκαιρία να τον καταστρέψουν. Πρόσφερα σ’ όλο τον κόσμο (όχι, δεν είναι ύβρις, ο ίδιος με βεβαίωσε γι’ αυτό) τη Σωτηρία μέσω Εκείνου. Κόστισε φτηνά, μονάχα τριάντα νομίσματα και την κολασμένη ψυχή μου.
Μετά το Μαρτύριο, ανέβηκα νύχτα στον λόφο. Στάθηκα κάτω απ’ το σταυρό και ασπάστηκα σαν τρελός το χώμα και τα λιθάρια όπου στάλαξε το αίμα Του. Αισθανόμουν ελάχιστος. Ένας κόκκος άμμου στην έρημο, μια σταγόνα νερού στη θάλασσα, ένα αστέρι στο απέραντο Σύμπαν. Έλειπε όμως κάτι. Ένιωθα πως δεν ταπεινώθηκα αρκετά, δεν κατέβηκα στο τελευταίο σκαλί του εξιλασμού και της τιμωρίας μου. Είχα μάθει πως όταν γύρισα πίσω τα λεφτά της προδοσίας, οι αρχιερείς αγόρασαν μ’ αυτά το χωράφι ενός κεραμοποιού. Υπήρχε μια φωνή μέσα μου που με καλούσε, με διέταζε πες καλύτερα, να τρέξω προς τα κει.
Έφτασα νύχτα βαθιά στον αγρό του κεραμέως. Βαστούσα στο χέρι το σκοινί. Στο ζωνάρι είχα περασμένο το μαχαίρι. Ένας αψηλός, ρυτιδιασμένος κέδρος υψωνόταν στη μέση του χωραφιού. Τον σκαρφάλωσα και στάθηκα σ’ ένα χοντρό κλαρί. Τα μάτια μου κλαίγανε, μα η ψυχή πανηγύριζε εντός μου. Περίμενα εκεί μέχρι τη γλυκιά αυγούλα. Ο άνεμος ψιθύριζε το αιώνιο τραγούδι του. Ένα τριζόνι λαλούσε τις τελευταίες τρίλιες του. Ο Κόσμος καθαρός και γιομάτος ελπίδα ξεκινούσε μια καινούρια μέρα. Κι εγώ τον κοίταζα ήσυχος λες και κινούσα για τη δουλειά, βρώμικος απ’ έξω και λαγαρός από μέσα μου σαν την κοιλιά της μπεκάτσας όταν ξεκινάει το πρωινό της πέταγμα.
Έδεσα το σκοινί στο κλαρί και μετά το πέρασα στο λαιμό μου. Περίμενα τον ήλιο να φανεί πίσω απ’ το όρος των Ελαιών. Έσυρα το μαχαίρι απ’ τη ζώνη και με τα μάτια καρφωμένα στο φως που κυνηγούσε το σκοτάδι, άνοιξα πέρα για πέρα το δέρμα της κοιλιάς. Καθώς ένα διψασμένο πουλί που κατεβαίνει για νερό, άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο κι αλαφρωμένο στην αιώνια πτώση. Τα σπλάχνα μου, τότε, ακούμπησαν απαλά στο στέρφο χώμα του ματωμένου χωραφιού.





