Του Θανάση Μελετίδη
Κάποτε, σε κάποιο από τα πεδινά χωριουδάκια της Ημαθίας, η κυρά - Λέκα είχε στην αυλή του σπιτιού της καμιά εκατοστή κοτούλες. Της δίνανε καθημερινά δεκάδες κατακίτρινα πεντανόστιμα αυγουλάκια, καθώς ήταν ελευθέρας βοσκής και όχι ακίνητα φυλακισμένες σε ένα κλουβί αναγκαζόμενες να τρώνε φύραμα από ιχθυάλευρα, φθηνές βιταμίνες και αυξητικούς παράγοντες εισαγομένους από τη Ν.Α. Ασία και να γεμίζουν φλεγμονές! Ήταν πολύ περήφανη για όλες … εκτός μιας παρδαλής και με αλλόκοτη συμπεριφορά κοτούλας που δεν έκανε ποτέ ούτε ένα αυγό. Αντίθετα, όλο το βράδυ, βολτάριζε σκεφτική καπνίζοντας το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο!
Κάθε πρωί τη συμβούλευε : «κοκοκο, κάνε ένα αυγό» (δεν ήταν και καμιά άπληστη γυναίκα …). Αλλά, αυγό από εκείνη ούτε για δείγμα …
Συμβουλεύτηκε μια γειτόνισσά της, την κυρα - Μαλία, που της είπε πως πιθανόν η κότα εκείνη να ήταν αλλοδαπή και να μην καταλάβαινε το «κοκοκο». Έτσι, η κυρά -Λέκα ξεκίνησε να της μιλά σε ξένες γλώσσες.
Ξεκίνησε με τα αγγλικά: «the cococo, the cococo» τής φώναζε. Τίποτα! Εκείνη συνέχιζε να καπνίζει αδιάφορα. Την άλλη μέρα δοκίμασε στα γαλλικά: «cot cot cot». Πάλι τίποτα. Δοκίμασε να της το πει στα ισπανικά, στα κινέζικα, στα γιαπωνέζικα, στα αραβικά, μέχρι και στα Ζουλού! Πλήρης αποτυχία! Και δεν έφτανε μόνον αυτό. Η κότα την έστελνε πολύ συχνά να της αγοράζει στριφτά τσιγάρα, για να την ξεφορτωθεί! Μάλιστα, όταν τσαντιζόταν, τής φυσούσε με μανία τον καπνό στα μούτρα της!
Μες στην απελπισία της αποφάσισε να την παρακολουθήσει! Κρυμμένη πίσω από μια χαραμάδα είδε την «παρδαλή» της κότα να έχει ντουμανιάσει όλο το κοτέτσι με συνέπεια όλες οι άλλες να έχουν στριμωχτεί μακριά της, για να μπορούν να ανασάνουν, ενώ εκείνη ήταν αραγμένη σαν βασίλισσα πάνω σ’ ένα αφράτο δεμάτι με άχυρα και διάβαζε! Διάβαζε και διάβαζε έως ότου ξημέρωσε. Τότε ήταν που η υπομονή της εξαντλήθηκε και μπήκε μες στο κοτέτσι για να μάθει τι ακριβώς έκανε. Να μάθει την αιτία που δεν είναι σαν τις άλλες κότες και συμπεριφέρεται σαν τον Μπακούνιν! Αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ύπουλους και καλά καμουφλαρισμένους ήπιους τόνους που μπερδεύουν και εξουθενώνουν ψυχολογικά τον αντίπαλο :
-Καλή μου κοτούλα, μπορείς να μού πεις τι διάβαζες όλο το βράδυ και κυρίως να μού πεις γιατί δεν κάνεις ούτε ένα αυγουλάκι ;
-«Μη μου τους κύκλους τάραττε», ανόητη γυνή! Η κρίση σου είναι τόσο ελεεινή που και να σου πω τι διάβαζα δε θα καταλάβεις τίποτα. Το μυαλό σου έχει μόνον δυο νευρώνες: Ο ένας ονομάζεται «εγώ» και « ο άλλος «συμφέρον»! Και τι άλλο ρώτησες; Γιατί δε σου κάνω αυγό; Να σου κάνω αυγό γνωρίζοντας πως η εξουσία σου συσκοτίζει τις κότες και τις οδηγεί σε εκούσια τυραννία;
-Γιατί, καλέ; Δε σε ταΐζω; Δε σε περιποιούμαι; Δε σε …
-Φυσικά! Για να τρως ό,τι κάνω και μετά να με φας και μένα!
-Μπορούμε να μιλήσουμε πιο ήρεμα …
-Όχι! Γιατί γνωρίζω τις «φιλενάδες» σου και τα αφιλότιμα έργα σας. Παίρνετε ύφος σοβαρό, ντύνεστε με περιβολές, κάνετε πως νοιάζεστε. Όμως για να νοιαστεί κανείς πρέπει να είναι ευαίσθητος και ευσυγκίνητος, ενώ εσείς δεν είστε παρά πρωτόγονα και ιδιοτελή όντα με χαμηλή αυτοεκτίμηση που το μόνο που θέλετε είναι να επιβεβαιώσετε στο εγώ σας πως έχετε λόγο ύπαρξης, πως είστε σημαντικές. Είναι ψέματα πως συγκεντρώνεστε και χειροκροτάτε ό,τι τυχάρπαστο επιπλέει σαν τον φελλό, επειδή περιμένετε να βολευτείτε; Και άμα δε σας κάνει τα χατίρια τον γιουχαΐζετε και τον σταυρώνετε; Όμως αν με τα χρόνια δικαιωθεί, επειδή μίλησαν για την αξία του κάποιοι που είναι μπροστά σας χίλια χρόνια, εσείς οι ίδιες, μες στην αξιοθρήνητη υποκρισία σας, τον δοξάζετε! Τότε είναι που αποφασίζετε να βγείτε σαν τους καλικάντζαρους από τα λαγούμια σας, μες σε φανταχτερές στολές, για να καλύψετε την ένδεια και ανεπάρκειά σας… Αλλά πάλι τα ίδια κάνετε: άμα πετύχετε κάνα ζωντανό ευσυγκίνητο και ελεύθερο το τραβάτε σαν τους δαίμονες μες στις τρύπες σας… Ξέρω την τύχη μου… Ξέρω τι με περιμένει… Οπότε ξεκουμπίσου και άσε με να συνεχίσω τη μελέτη μου!
-Δε σε καταλαβαίνω κοτούλα μου …
-Είτε λες αλήθεια είτε λες ψέματα το αποτέλεσμα είναι το ίδιο! Δεν υπάρχει πιθανότητα να συνεργαστούμε… Ακόμα εδώ είσαι; κατέληξε φυσώντας τον καπνό μιας γερής τζούρας στα μούτρα της!
Απελπίστηκε η κυρά – Λέκα και έφυγε, χωρίς να το δείχνει, εξαιρετικά δυσαρεστημένη. Είχε πάρει την απόφασή της, αλλά ήθελε και άλλοθι. Τα εξιστόρησε όλα στην κυρά – Μαλία. Εκείνη της είπε πως είχε ακούσει για ανάλογες περιπτώσεις από κάποια – που μερικοί προκλητικοί τη χαρακτηρίζουν «γλάστρα» – σε ένα καταπληκτικό μεσημεριανό συμπόσιο – που οι ίδιοι επονείδιστοι το χαρακτηρίζουν κουτσομπολιό – και αφού επί μισή ώρα μιλούσε ακατάσχετα, κατέληξε σε συμπέρασμα : « Είναι σίγουρο πως είναι τρελή. Το είπε ένα μεσημέρι και η μαντάμ – Κουκουρούκου με τα μακριά ποδάρια! Είπε πως η αποκλίνουσα συμπεριφορά από τα καθιερωμένα οδηγεί σε όλεθρο. Ή θα φωνάξεις ψυχίατρο να την εξετάσει ή θα …».
«Σιγά να μη φωνάξω και ψυχίατρο! Θα πληρώσω κι από πάνω; Εξάλλου η τρέλα της είναι ανίατη! Ναι! Έχει υποστεί ανήκεστο βλάβη (αυτό το είχε ακούσει από έναν γείτονα που είχε συνεργείο αυτοκινήτων). Όλοι το λένε … Είχε την ευκαιρία της και μού την πέταξε στα μούτρα!».
Με τις σκέψεις αυτές και απερίφραστα, η κυρά – Λέκα κάλεσε την κυρά – Μαλία σε επίσημο γεύμα. Το κύριο μενού ήταν κοτόσουπα αλά παρδάλο… χωρίς αυγολέμονο!





