Του Θανάση Μελετίδη
-Να! Πάρε το μαλλί που έγνεψα να το πας στον ράφτη μας, στον γείτονά μας, στον κυρ Τάσο. Δες πόσο λεπτοκαμωμένη κλωστή έκανα το μαλλί! Μήνες το δούλευα. Θα το έκανα μόνη μου ύφασμα, αλλά φαίνεται πως άρχισα να γερνώ και τα χέρια μου πονούν όταν δουλεύω τον αργαλειό. Να του πεις να σου φτιάξει ένα καλό κουστούμι, γιατί ρεζίλι με κάνεις κάθε Κυριακή στην εκκλησία με τα ίδια παλιόρουχα που φοράς συνέχεια, επειδή βαριέσαι να τα αλλάξεις. Και μην ξεχαστείς πάλι σε κανένα τσιπουράδικο … Θυμάσαι πού έχει το ραφείο του; ρώτησε, καταλήγοντας, η κυρά – Φώτο τον άντρα της, τον Φώτη.
-Θυμάμαι, θυμάμαι. Για ξεκούτη με περνάς; Απάντησε εκείνος ξεπορτίζοντας.
«Δε φταίω εγώ. Εκείνη μού θύμισε τα τσίπουρα», μονολογούσε, περπατώντας, για να κάνει τη συνείδησή του να το … βουλώσει!
Έκανε μια μικρή παράκαμψη στον δρόμο, για να περάσει από το τσιπουράδικο που μαζευόταν όλη η παλιοπαρέα. Η μισή ώρα, που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μείνει έγιναν, χωρίς να το καταλάβει, δυο …
-Άντε, παιδιά! Ταχιά πάλι, τους αποχαιρέτησε τραυλίζοντας μετά από τρεις προσπάθειες να σηκωθεί και να σταθεί στα πόδια του.
Με τη μεγάλη σακούλα με το νήμα, στάθηκε για να θυμηθεί πού «έπεφτε» εκείνο το μαγαζί που θα έπρεπε να πάει. «Πώς το είχε πει η κυρά – Φώτο; Κουρείο; Φαρμακείο, Γραφείο; Πάντως, σίγουρα, τελείωνε σε – είο».
Κι αυτό που κρατούσε τι ήταν ;
Παρατήρησε το περιεχόμενο της σακούλας, μπας και μπορέσει να βγάλει συμπέρασμα. Τότε φωτίστηκε το μυαλό του και κατάλαβε: «Αααα! Η γυναίκα μού έδωσε μαλλί για να μην ξεχάσω να κουρευτώ!», είπε τόσο δυνατά που σταμάτησαν οι περαστικοί και άρχισαν μειδιώντας να τον περιεργάζονται … Εξάλλου στην απέναντι βιτρίνα έβλεπε ξεκάθαρα πως χρειαζόταν οπωσδήποτε κούρεμα. Το μαλλί του κάλυπτε και τις τριχωτές αυτάρες του!
Εύκολα βρήκε το μπαρμπέρικο, καθώς ιδιοκτήτης του ήταν ο καλός του φίλος, και μέλος της παλιοπαρέας του τσιπουράδικου, ο Γιάγκος. Για να σιγουρευτεί διάβασε δυο τρεις φορές και την επιγραφή του μαγαζιού : «Κουρείον ο Γιάγκος».
«Εδώ είμαστε», μονολόγησε σίγουρος για ό,τι θα έκανε και μπήκε μέσα.
-Καλημέρα, Γιάγκο! Η κυρά – Φώτο είπε να με κάνεις κούκλο, για να μην τη ρεζιλεύω κάθε Κυριακή στην εκκλησία!
-Καλώς τον! Θα σε κάνω τέτοιο μοντέλο που θα αρχίσει να σε ζηλεύει!
Μετά από καμιά ώρα επέστρεψε καμαρωτός καμαρωτός στο σπίτι του. Η γυναίκα του στην αρχή καταχάρηκε!
-Μπράβο σου, Φώτη! Κουρεύτηκες κιόλας! Κούκλος έγινες! Άφησες και το μαλλί στο ραφείο, έτσι ;
-Αμάν! Το ξέχασα στο κουρείο …
Η κυρά – Φώτο κατάλαβε!
- Πάλι τα κοπάνησες, βρε μπουνταλά ;
- Τι έκανα; Στο κουρείο δε μου είπες να πάω; Και τι φοβάσαι; Ο Γιάγκος είναι φίλος και θα φυλάξει το μαλλί σου. Πάω και τώρα να σου το φέρω, αφού το βιάζεσαι …
Η φουκαριάρα, τραβώντας τα μαλλιά της, έτρεξε βολίδα, άνοιξε ένα παντζούρι και σκύβοντας έξω ούρλιαξε :
-Ακούστε, γείτονες: Ο άντρας μου πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος! Μόνο «θα» και «θα» ξέρει να λέει και το αποτέλεσμα είναι πάντα μηδέν! Ναι γείτονες! Πάντα μηδέν!
Έτυχε την ώρα που φώναζε να βρίσκεται στο μπαλκόνι του απέναντι σπιτιού, ο στενός, και βασικό μέλος της «παλιοπαρέας», φίλος του Φώτη, ο μπάρμπα – Χρυσόστομος. Πέταξε, μες στα νεύρα, τη γόπα από το τσιγάρο του προς την κυρά – Φώτο :
-Εεεε! Κυρά – Φώτο! Ντροπή να κατηγορείς έναν αθώο και τίμιο άνθρωπο και μάλιστα δημοσίως. Αν εκείνος παίρνει μηδέν και βγαίνει κουρεμένος, εσύ θα έπρεπε να κυκλοφορείς γουλί με τόσα «θα» και «θα» που λες πως θα κάνει ο τάδε και η τάδε, όταν με αναίδεια και χωρίς να ρωτάς συμβουλεύεις τον κόσμο πριν την κάλπη…
Το παντζούρι απέναντί του έκλεισε με κρότο!





