Του Ιερέως Παναγιώτου Σ. Χαλκιά
Υπάρχει στην ιστορία του χριστιανισμού, φίλοι αναγνώστες, το μεγάλο πνευματικό κίνημα του Γνωστικισμού, με το οποίο θέλησε ο άνθρωπος να μεταβάλει την πίστη στη γνώση ή να υποτάξει την πίστη στη γνώση. Αποδείχθηκε, όμως, ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της πίστης είναι η γνώση. Όχι γιατί πραγματικά είναι εχθρός, αλλά γιατί μεταξύ τους υπάρχει μία παρεξήγηση. Πίστη και γνώση είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι, οι στενότεροι φίλοι και συνεργάτες. Αλλά, λόγω της κακής τοποθετήσεώς τους και εσφαλμένης χρήσης τους από τον άνθρωπο, δημιουργούν μεταξύ τους αντιθέσεις και προστριβές και αρνητικά αποτελέσματα.
Η φωτιά και το νερό, αν συνεργαστούν και χρησιμοποιηθούν ανάλογα με τη φύση τους, επιφέρουν θετικά και ωφέλιμα αποτελέσματα. Διαφορετικά, αρνητικά και επιζήμια και τελικά αλληλοκαταστρέφονται. Ή όπως το σώμα και η ψυχή, ενώ είναι οι στενότεροι σύμμαχοι, δυνατόν να γίνουν οι ασπονδότεροι αντίπαλοι. Επειδή ο άνθρωπος είναι λογική ύπαρξη και «φύση ορέγεται του ειδέναι», θέλει και επιδιώκει να τα υποτάξει όλα στους νόμους και τις απαιτήσεις της λογικής και της γνώσης. Αλλά τότε θα έπαυε να είναι πίστη.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από το Ευαγγέλιον, το περιστατικό του Απ. Θωμά: «Εάν μη ίδω… εάν μη ψηλαφίσω… εάν μη βάλω κ.λ.π. ου μη πιστεύσω». Πλάνη, όμως, γιατί αν έβλεπε και ψηλαφούσε δεν θα πίστευε. Φυσικά, επίστευσε ο Θωμάς, αλλά όχι επειδή είδε και εψηλάφισε, αλλά διότι ο εσωτερικός μηχανισμός της πίστης λειτούργησε υπεράνω και πέρα των αισθήσεων. Και πολλοί άλλοι είδαν τον Ιησού, Τον άκουσαν και Τον άγγιξαν, αλλά δεν επίστευσαν. Αντίθετα, έχασαν και την πίστη που είχαν. Γιατί; Γιατί ήθελαν πρώτα να γνωρίσουν και κατόπιν να πιστέψουν. «Μακάριοι, όμως, οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».
Η πίστη, φίλοι αναγνώστες, είναι μια έμφυτη στον άνθρωπο. Το ότι επηρεάζεται θετικά ή αρνητικά από τις εξωτερικές συνθήκες και έχει πολλές διαστάσεις, διακυμάνσεις και διαβαθμίσεις, αυτό δεν έχει σημασία. Εάν ένα ελατήριο ή ένα λάστιχο το πιέσουμε και το τεντώσουμε και κατόπιν το αφήσουμε ελεύθερο, αυτομάτως επανέρχεται στην προηγούμενη φυσική του θέση. Δηλ. όταν πάψει να επενεργεί η εξωτερική μηχανική δύναμη, επανακτά το φυσικό του σχήμα. Το έμφυτον όμως δεν σημαίνει και αμετάβλητον.
Βασικός στόχος της πίστης είναι ο Θεός. Βεβαίως, κατά τον Δαμασκηνόν «άπειρον το θείον και ακατάλητον, και τούτο μόνον αυτού καταληπτόν, η απειρία και η ακαταληψία αυτού».
Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να ασχολούμαστε με τη μελέτη, τη γνώση και κατανόηση του Θεού. Αν όχι της ουσίας αυτού, τουλάχιστον τα περί αυτόν. Η γνώση όμως γίνεται πάντοτε με τη βοήθεια της Εκκλησίας. Άραγε γιγνώσκεις, αναγιγνώσκεις; Πώς οιν δυνάμην, εάν μη τις οδηγήσει με; (δηλ. η Εκκλησία).:Πραξ. 8,31. Η αληθινή γνώση και η ορθή πίστη υπάρχουν και προσφέρονται μόνον εντός της Εκκλησίας, η οποία είναι «στύλος και εδραίωμα της Αλήθειας».
Τα φαινόμενα της αίρεσης, του σχήματος, του σχίσματος, της πλάνης και της αθεΐας, παρουσιάζονται ακριβώς σε εκείνους οι οποίοι προσπαθούν να πιστέψουν και να γνωρίσουν τον Θεό, χωρίς την Εκκλησία. Επιχειρούν να στηρίξουν την πίστη τους, την λογική, αλλά ο συμβιβασμός πίστης και λογικής είναι αδύνατος χωρίς την Εκκλησίαν. Όχι γιατί είναι αντίθετα, αλλά γιατί καθένα έχει το δικό του προορισμό. Μόνο με τη μεσολάβηση της Εκκλησίας είναι δυνατή και αποδοτική η συνεργασία τους. Γνώση είναι η εικόνα ενός πράγματος που έχω μέσα μου. Γνωρίζω τον πατέρα μου σημαίνει ότι έχω την εικόνα του, την ιδέα του, τη μορφή του, το σχήμα του, τα χαρακτηριστικά του στη συνείδησή μου και όταν τον δω αμέσως τον διακρίνω και τον αναγνωρίζω. Κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει κάποιον, εάν προηγουμένως δεν τον έχει γνωρίσει. Η γνώση, η κατανόηση και η αναγνώριση του Θεού γίνεται με την πίστη. Πλανώνται οικτρά όσοι νομίζουν και περιμένουν ότι αν θα δουν τον Θεό θα πιστέψουν. Αντίθετα, όσοι πιστέψουν είναι εκείνοι θα δουν τον Θεό.
Όταν ο Ρώσος αστροναύτης Τιτόφ το 1961 επραγματοποίησε με διαστημόπλοιο το ταξίδι του γύρω από τη Γη, κατά τη δεξίωση που έγινε προς τιμήν του στο Κρεμλίνο, εδήλωσε προς τους επισήμους με ειρωνεία ότι επί τρεις μέρες που περιστρέφεται στο διάστημα δεν είδε πουθενά τον Θεό, αλλά η παριστάμενος πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος του είπε: Τον γνωρίζεις τον Θεό; Τι θέλετε να πείτε; τον ρωτάει με αμηχανία ο Τιτόφ. «Θέλω να πω, του λέγει ο Ρώσος πατριάρχης, ότι πώς είναι δυνατόν να πεις ότι είδες ή δεν είδες κάποιον τον οποίον δεν γνωρίζεις; Έλα στην εκκλησία να σε μάθω τι είναι, που και πώς είναι ο Θεός και όταν θα ξαναπάς θα τον δεις οπωσδήποτε».
Πράγματι μόνο η πίστη διακρίνει και κατανοεί τον Θεό και μόνο η εκκλησία αξιοποιεί τη συνεργασία γνώσης και πίστης. «Και ημείς πεπιστεύκαμε και εγνώκαμε ότι σύ ει ο Χριστός». (Ιω. 5,19), και αντίθετα «Ημείς εγνώκαμεν και πεπιστεύκαμεν…» (Ιω. Α’ 4,16). Η αλληλεπίδραση πίστης και γνώσης είναι αναγκαία και αμοιβαία. Άλλοτε προηγείται η πίστη και ακολουθεί η γνώση και άλλοτε προηγείται η γνώση και ακολουθεί η πίστη. Ο Ναθαναήλ δέχτηκε την πρόσκληση «έρχου και ίδε», εγνώρισε τον Ιησού και επίστευσε. (Ιω. 1,47).





