Γράφει ο Γιώργος Κοτζαερίδης
Συνέχεια από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο
Ο Τσαμασλίδης ο Αρίσταρχος στο πόνημά του αναφέρει ότι την πρωτοβουλία
της εξόδου την είχε ο καπετάν Βαγγέλης Φωτιάδης ο οποίος κατάγονταν από το χωριό Σατουρβάν του Ατάπαζαρ, μιας κωμόπολης στις όχθες της λίμνης Σαπάντζας.
Είχε συγκροτήσει αντάρτικο με 500 ενόπλους και πολεμούσε τους Τούρκους. Καβάλα στο άλογό του επέβαλε την τάξη και την υπακοή.
Χάρη στον καπετάν –Βαγγέλη σώθηκαν περίπου 10.000 Ατάπαζαρλήδες. Στην Ελλάδα ο καπετάν Βαγγέλης εγκαταστάθηκε στην Νέα Νικομήδεια όπου και πέθανε. Προς τιμή του, οι νεώτεροι Ατάπαζαρλήδες έκτισαν μνημεία στην Νέα Νικομήδεια Ημαθίας και στο Μεσημέρι Χαλκιδικής.
Περνώντας το Λιμάντερε διέκρινα μία πινακίδα που αναγράφονταν το όνομα KURUMESE.
Η Κουρούμεσε (Ξερή Μεσιά) ήταν το πρώτο από τα 14 Ελληνικά χωριά της περιοχής.
Έστριψα δεξιά και κατευθύνθηκα στην πλατεία του χωριού.
Η επίσκεψη στην ιερή προγονική γη μόλις είχε αρχίσει.
Η Κουρούμεσε ήταν από τα πιο μικρά χωριά της περιοχής.
Κουρούμεσε σημαίνει στα Τουρκικά ξερή βελανιδιά. Ίσως να υπήρχαν πολλές ξερές βελανιδιές στην περιοχή από τις οποίες το χωριό πήρε το όνομά του.
Ο δρόμος που οδηγούσε μέσα στο χωριό ήταν γεμάτος λακκούβες και χαλίκια και αυτό προμήνυε το τι θα συναντούσα ανεβαίνοντας πάνω στα βουνά.
Η Κουρούμεσε βρίσκεται κοντά στην ανατολική όχθη του Σαγγάριου ποταμού, 16 χιλιόμετρα από την Καράσου.
Είχε 40-45 οικογένειες οι οποίοι ήρθαν εκεί το 1880, προερχόμενοι από την περιοχή του Πόντου, αναζητώντας εργασία στα μεταλλεία της Καράσου.
Μιλούσαν την ποντιακή γλώσσα.
Η Κουρούμεσε υπάγονταν στο καιμακαμλήκι του Ατάπαζαρ του μουτεσαριφλικιού της Νικομήδειας. Στο χωριό εκλέγονταν ένας μουχτάρης και 3-4 αζάδες.ι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία, την κτηνοτροφία την υλοτομία, και τις εμπορικές τους συναλλαγές τις έκαναν στην Καράσου, το Ατάπαζαρ και στα διπλανά χωριά Σινάνογλου, Σούμπατακ και Γιασίγκετσιτ.
Υπάγονταν εκκλησιαστικά στην εκκλησιαστική επαρχία Νικομήδειας και είχε μια εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Δίπλα στον Άι Γιώργη υπήρχαν ερείπια μιας παλιάς βυζαντινής εκκλησίας. Οι κάτοικοι του χωριού μετά την Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκαν στην Δραγομάνιτσα Εδέσσης και σε άλλα χωριά του νομού Κοζάνης και Ημαθίας.
Θυμάμαι τον μπάρμπα Σταύρο Παυλίδη από τον Σταυρό Ημαθίας που μου διηγήθηκε όσα θυμόταν από το χωριό του.«Εγώ έμνε πολλά μικρός, έξ χρονών και πολλά πράγματα κι θυμούμε.
Το χωρίομ η Κουρούμεσε έτονε μικρό και κτισμένο απάν σε λόφους.
Πενήντα οικογένειας απάν-αφκά και σην εκκλησία μουνε είχαμε το Άγιο Γεώργιο.
Δουλείας πολλά κίχαμε. Έβοσκάμε χαιβάνε και έσπερνάμε λαζούδε και κοκία. Οι πιο πλούσιοι σο χωρίο καλλιεργούσαν λευκουτάρε. Οι δρόμοι τη χωρί έτονε γομάτοι λάσπες και χαλίκια. Έτρεχάμε σα ορμάνε ξυπόλητοι πάνω στα χαλίκια και όταν εκλόσκουμες σο σπίτ τα ποδάρε μουνε ήταν γομάτα λάσπες και αίματα.
Έκιτι πατρίδα Κουρούμεσε?
Πολλά φοράς το βράδυ θυμούμε το χωρίομ και κλαίω. Την μέρα που θα έφεβάμε έρθε σο σπίτ ένας Τσερκέζος φίλος τη πατέρασημ ασό Λιμάντερέ.
«Σάββα εσείς θα φέβετε, αβούτο έτονε το κισμέτι σουνε. Θα δής με τα δύο τα χαιβάνες και όταν θα κλώσκεσε θα δίγοσάτα οπίς.
Καλός Τούρκος έτονε. Πήρε τα χαιβάνε φίλησέμασε και έφυε.
Γιόρικα πούλιμ, μου είπε με δάκρυα στα μάτια,όταν θα πάς σο χορίομ να φέρτσμε έναν πέτρα ασά θεμέλια τη εκκλησίας». Μοναδικός ο Μπάρμπα Σταύρος στο χωριό, έρχεται πολλές φορές κοντά μου, μου λεει τις ιστορίες του αισθανόμενος την ανάγκη να βγάλει κάτι από μέσα του που τον βαραίνει από τότε που αναγκάσθηκε, έξι χρονών, να πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς.
Οι δρόμοι της Κουρούμεσε δεν άλλαξαν και πολύ. Οι ίδιες λακκούβες, τα ίδια χαλίκια. Μόνο που στους γύρω λόφους τα λευκουτάρε (οι φουντουκιές) αντικατέστησαν τους ξερούς μεσέδες.
Το χωριό παρέμεινε μικρό. Τα λιγοστά σπίτια του είναι σχεδόν όλα καινούργια όπως και το τζαμί που δεσπόζει στην γύρω περιοχή.
Σταμάτησα στο πρώτο καφενείο που συνάντησα και ζήτησα πληροφορίες για το χωριό. Πρόχειρο ασοβάτιστο καφενείο, είχε στους τοίχους σαν μοναδικό στολίδι φωτογραφίες του Κεμάλ Ατατούρκ.
Αμέσως με πλησίασαν αρκετοί Τούρκοι, οι οποίοι μόλις έμαθαν ότι ήμουν Έλληνας άρχισαν να με ρωτούν διάφορα πράγματα.
Προσπάθησα να τους δώσω να καταλάβουν ότι οι πρόγονοί μου κατάγονταν από την Κουρούντερε, και ανάθεμάμε αν κατάλαβαν τίποτε διότι τα Τουρκικά μου περιορίζονται στο..σενή σεβίορουμ –σε αγαπώ –νασιλ σι νίζ -τι κάνεις. Κάπου –κάπου πετούσα και καμιά Γερμανική ή Αγγλική λέξη όχι πως έλπιζα να την καταλάβουν, αλλά για να μη στέκομαι με ανοιχτό το στόμα.
Με κέρασαν τσάι. Ένα, δύο, τρία τσάγια μόλις άδειαζε το ποτηράκι μου το γέμιζαν ξανά. Εγώ νόμιζα ότι οι Τούρκοι πίνουν μόνο Τούρκικο καφέ, ο οποίος όμως από ότι κατάλαβα είναι είδος πολυτελείας.
Ήταν πολύ φιλικοί απέναντί μου και έτσι ξεπέρασα πολύ εύκολα τον φόβο που αισθανόμουν όταν πέρασα τα σύνορα.
Στην Κουρούμεσε δεν υπάρχει τίποτε που να θυμίζει ότι κάποτε ζούσαν εκεί Έλληνες. Τα παλιά σπίτια έχουν γκρεμιστεί ενώ στην θέση που βρίσκονταν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, δεν υπάρχει ούτε μία πέτρα.
Τους ζήτησα πληροφορίες για τα υπόλοιπα χωριά και μου έδειξαν τον δρόμο που οδηγούσε προς τα εκεί. Φεύγοντας, πήρα μία πέτρα από έναν φράκτη έγραψα πάνω Κουρούμεσε και την πέταξα μέσα στο αυτοκίνητο.
Ήταν η υπόσχεσή μου για τον μπάρμπα –Σταύρο. Μία πέτρα από το χωριό του. Δεν ήταν από τα θεμέλια της εκκλησίας αλλά δεν πειράζει. Κάθε τόπος, κάθε πέτρα από τις αλησμόνητες παρτίδες θεωρείται ιερός.
Συνεχίζεται...





