Του Ιερέως Παναγιώτου Σ. Χαλκιά
Τις αξίες της ζωής, γενικά, φίλοι αναγνώστες, μπορούμε να τις διαιρέσουμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Υλικές και πνευματικές. Και οι δύο αυτές κατηγορίες εξυπηρετούν εξ ίσου τον άνθρωπο, ο οποίος έχει διπλή υπόσταση: υλική και πνευματική. Η υλική του υπόσταση, αποτελείται από τις υλικές ανάγκες: σώμα, υγεία, τροφή, ενδυμασία, χρήμα, οικονομία, τεχνική κλπ. Η πνευματική του υπόσταση απαρτίζεται από τις πνευματικές ανάγκες: θρησκεία, μόρφωση, τέχνη, πολιτισμός, αρετή, δίκαιον, αληθές, ωραίων κλπ.
Κύριο και βασικό γνώρισμα των υλικών αξιών της ζωής είναι η πρόοδος, η εξέλιξη, το μοντέρνο, η μάρκα. Τα πάντα εξελίσσονται, βελτιώνονται και τελειοποιούνται με την πάροδο του χρόνου και συνεχώς παίρνουν τελειότερη τεχνική μορφή. Στις πνευματικές όμως αξίες δεν συμβαίνει το ίδιο. Είναι δυνατόν, μάλιστα, να συμβαίνει κάποτε και το αντίθετο. Μια παλαιά πνευματική αξία να είναι ανώτερη και τελειότερη μιας νεότερης.
Με άλλα λόγια, οι πνευματικές αξίες είναι αιώνιες, δεν γηράσκουν και ευρίσκονται υπεράνω του χρόνου. Μια τηλεόραση ή ένα αυτοκίνητο, όσο νεότερης μάρκας είναι, τόσο τελειότερο είναι. Μια όμως ηθική διδασκαλία είναι δυνατόν να είναι παλαιά, αλλά να ισχύει αιωνίως. Π.χ. τα ευαγγελικά παραγγέλματα «ου φωνεύσεις», «ου κλέψεις» κτλ. θα ισχύουν πάντοτε. Το του Σωκράτη, «μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων», «ο σοι μισείς εταίρο μη ποιήσεις» κτλ, θα ισχύουν πάντοτε.
Στη σημερινή εποχή της ταχείας προόδου και της ραγδαίας κοινωνικής αλλαγής και εξέλιξης των πάντων σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής, πολλοί ανησυχούν και ερωτούν: τι κάνει η Εκκλησία; Πού είναι η παρουσία της και η μαρτυρία της μέσα στο σύγχρονο κόσμο; Γιατί δεν συγχρονίζεται και δεν προσαρμόζεται; Γιατί δεν συντονίζει τα βήματά της με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής; Γιατί παραμένει μονολιθική, αδρανής και αδιάφορη; Γιατί η Εκκλησία χρησιμοποιεί παλιά σχήματα και απαρχαιωμένα συστήματα; Τέτοια περίπου λέγουν πολλοί όταν καταπιάνονται με το θέμα αυτό.
Άλλοι πάλι οι συντηρητικοί απορρίπτουν με φανατισμό και καταπολεμούν με πάθος κάθε συγχρονισμό. Κάθε τι το νέο, φοβούμενοι μήπως νοθεύσει τα δόγματα, μολύνει την πίστη και βεβηλώσει τη θρησκεία. Η φοβία και η αδιαλλαξία αυτή,_ πολλάκις και η υποκρισία των συντηρητικών_ οφείλεται καταρχήν στο γεγονός ότι η Εκκλησία ως υπερφυσικό και θεοΐδρυτον Καθίδρυμα, καμία ανθρώπινη προσθήκη ή αφαίρεση επιδέχεται. Αντικειμενικά, βέβαια, έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά χρειάζεται ορθή κατανόηση αυτών, γιατί η αμάθεια και η άγνοια, όταν μάλιστα συνδυάζονται με την υποκρισία και το φανατισμό, εύκολα συσκοτίζουν την αλήθεια και οδηγούν τον άνθρωπο στην πλάνη. Υπάρχει, όμως, και η άλλη παράταξη των νεοτεριστών. Και αυτοί, ασχέτως αν αυτοαποκαλούνται προοδευτικοί, ρεαλιστές, συγχρονισμένοι κλπ. από άγνοια ή επίδειξη ή ιδιοτέλεια κινούμενοι, προωθούνται σε ακραίες θέσεις, σε άστοχες καινοτομίες και επιδεικτικές μεταρρυθμίσεις με τις οποίες ζημιά και σκάνδαλο προκαλούν παρά οικοδομή και ωφέλεια.
Είναι γνωστό ότι μέσα στην κοινωνία υπάρχουν δύο βασικά ισχυρά και αντίθετα ρεύματα, ο συντηρητισμός και ο μοντερνισμός. Ο συντηρητισμός εκπροσωπεί το παρελθόν, τις παραδόσεις, την πείρα, το σεβασμό και τη συντήρηση του παλαιού.(Πολλοί βέβαια, τις θέσεις αυτές τις χαρακτηρίζουν ως γεροντισμόν, μαρασμόν και παρακμή…)_Αντιθέτως, ο μοντερνισμός εκπροσωπεί το μέλλον, την πρόοδο, την αλλαγή, το νέο, το σύγχρονο.
Και οι δύο αυτές τάσεις έχουν ανάλογα υπόβαθρα: Ο συντηρητισμός φοβάται το άγνωστο μέλλον και στηρίζεται στο σεβασμό και την εμπιστοσύνη της προγονικής κληρονομιάς και στην ευθύνη της διατήρησης και μετάδοσης στις επερχόμενες γενιές. Σύνθημά του είναι: στήκετε και κρατείτε τις παραδόσεις (Β’ Θες. 2,15).
Αντιθέτως, ο μοντερνισμός ωθείται από τρεις εσωτερικές δυνάμεις: Από την ανεπάρκεια του υπάρχοντος, από την περιέργεια και την αναζήτηση νέου. Και από την έμφυτον ροπήν προς κατάκτηση και ολοκλήρωση. Βέβαια, τόσο η συντηρητική τάση, όσο και η προοδευτική, είναι σχετικές και καμία δεν αποδίδει μόνη της την αλήθεια. Είναι δυνατόν μάλιστα και οι δύο να στηρίζονται στην πλάνη, γιατί ως βάσης και μέτρο κρίσης και χαρακτηρισμού λαμβάνουν τον χρόνο. Η αξία όμως μιας ιδέας και το κύρος μιας αλήθειας δεν εξαρτώνται από τον χρόνο της εμφανίσεώς τους, αλλά από τη δυνατότητα ικανοποίησης των βαθύτερων αναγκών του ανθρώπου. Κατά το Ματθ. 16,17 σημασία έχει η διατήρηση και η προστασία του οίνου από κάθε νοθεία και αλλοίωση, οι δε ασκοί που τον περιέχουν και που αποτελούν όργανα και μέσα της κάθε εποχής, αντικαθίστανται ανάλογα προ την ανθεκτικότητα, συγκράτησης και μετάδοσης των πνευματικών αληθειών. Η Εκκλησία βλέπει τον χρόνο με τρεις διαστάσεις, παρελθόν, παρόν, μέλλον.
Δεν κάνει καμία διαίρεση και καμία διάκριση. Θεωρεί τον χρόνον τρισδιάστατον και ενιαίον. Ούτε το παρελθόν ωραιοποιεί, ούτε το παρόν απογοητεύει, ούτε την αίσθηση του μέλλοντος κάνει.
Συνδυάζει ρεαλιστικά εμπειρία και προφητισμόν, παρελθόν και μέλλον, συντήρηση και ανανέωση, παράδοση και συγχρονισμόν. Δεν παρασύρεται, όμως, από τα εφήμερα και τα απατηλά σημεία των καιρών, γιατί αποτελεί τη συνισταμένη πολλών πνευματικών τάσεων, γιατί είναι παράγοντας εξισορρόπησης και σταθεροποίησης πολλών αντιμαχωμένων και αντίρροπων δυνάμεων της ζωής.
Η Εκκλησία δεν προοδεύει εξωτερικά και ποιοτικά, αλλά, κυρίως, εσωτερικά και ποιοτικά. Ούτε η παράδοση μόνη της αρκεί, ούτε η εξέλιξη μόνη της εξυπηρετεί τον άνθρωπο. Ο περίφημος Αλ Καρρέλ, (Γάλλος φυσιολόγος και χειρούργος: Λυών 1873. Παρίσι 1944. Βραβείο Νόμπελ ιατρικής), λέγει ότι: «Κάθε άνθρωπος είναι στενά ενωμένος με όσους πέρασαν πριν από αυτόν και με όσους θα έρθουν μετά από αυτόν. Είναι μεγάλη πλάνη να πιστεύουμε ότι έχουμε ανεξαρτησία από τα άλλα άτομα και από τον κόσμο γενικότερα». Η Εκκλησία δεν προοδεύει κατά την έννοια της επιστήμης, της τεχνικής και τα λοιπά, διότι δεν είναι ατελής, ούτε ελλιπής και ανεπαρκής. Δεν έχει ανάγκη ούτε να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει από τον εαυτό της. Η Εκκλησία όμως εξελίσσεται και αναπτύσσεται και προσαρμόζεται και λαμβάνει εσωτερικά και εξωτερικά, εις βάθος και εις πλάτος, εις κατανόηση και βίωση, τις διαστάσεις και τις θέσεις, τις οποίες όρισε και προόρισε σε αυτήν ο Κύριος. Όπως ο οργανισμός του ανθρώπου από την εμβρυώδη κατάσταση εξελίσσεται και διαμορφώνεται και αναπτύσσεται σε τέλειο άνδρα, έτσι και η Εκκλησία εξελίσσεται και διευρύνεται «οὐ κατὰ γένος μεταβαλλόμενη, ἀλλὰ κατ’ αύξηση τελειουμένη…» (Μ.Βασίλειος, Επιστ. 223





